ΑΔΑΜΑΝΤΙΑ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ

 

Ο βίος της σεβαστής ταύτης δεσποίνης μητρός του αειμνήστου Γερουσιαστού Αθανασίου Γρηροριάδου, συμπίπτει πολυτίμως προς τας λαμπράς και αιματηράς αναμνήσεις της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Ο οίκος αυτής έτυχε να διαδραματίσει εν τη εθνική ημών παλιγγενεσία ικανώς περιφανές μέρος.

 

Εις την ψυχήν της αειμνήστου Αδαμαντίας Γρηγοριάδου είχον αναπτυχθή πλήρεις οι πόθοι των αρίστων αισθημάτων του πατριωτισμού, οίτινες και διέφλεγον τον ένδοξον οικόν της. Εγεννήθη τη 12 Μαΐου εν έτει 1770 εν τη κωμοπόλει Ζούρτσα εκ πατρός μεν Θεοδώρου Παππαθεοδωροπούλου, διασήμου προεστού της Αρκαδίας, εκ μητρός δε καταγομένης εξ αρχαίας και επισήμου οικογενείας των Σακελλαρίων. Οι γονείς της ήσαν άνθρωποι ευσεβείς και πλουσιώτατοι.

 

Η Αδαμαντία Γρηγοριάδου έσχεν αδελφόν τον Γρηγόριον, Επίσκοπον Μεθώνης, γενικόν αρχηγόν της πολιορκίας των δύω φρουρίων Νεοκάστρου και Μεθώνης τω 1821, ζωγρηθέντα μαχόμενον κατά του Ιμβραήμ Πασσά εις την εν Ναυαρίνω ναυμαχίαν του 1825 και αποθανόντα εν σκοτεινή φυλακή του φρουρίου Μεθώνης.

 

Ητο θέρος του έτους 1790. Η οικογένεια της Αδαμαντίας διέμενεν εν Ζούρτζη, όπου ο Γρ. Γρηγοριάδης, γόνος περιφανούς οικογενείας, ελθών εκ Κυπαρισσίας μετά συνοδείας προς θήραν, είδε την Αδαμαντίαν. Θαυμάσας δε το πνεύμα, το κάλλος και την σωφροσύνην αυτής, προετίμησε την αξιέραστον ταύτην κόρην της κωμοπόλεως, πασών των προτεινομένων αυτώ εν Πελοποννήσω. Εν τω γάμω τούτω ηνώθησαν δύο περιφανείς οίκοι της Αρκαδίας, αποκτήσαντες τέκνα ως τα ονόματα εκλέϊσαν τας σελίδας της ιστορίας της Ελληνικής επαναστάσεως.

 

Τα ευγενή αυτών αισθήματα οι υιοί της Αδαμαντίας Γρηγοριάδου οφείλουσιν εις την μητέρα των, ήτις άπαντα τον βίον αυτής αφιέρωσεν εις την τούτων πατριωτικήν αγωγήν και εκπαίδευσιν. Εν τη ευγενεί ταύτη ενασχολήσει της τοσαύτην ησθάνετο χαράν και ευτυχίαν, η Αδαμαντία, ώστε διετηρείτο εύθυμος και φαιδρά και εν αυταίς ταις δυστυχίαις, αίτινες επήγαζον εκ των πιέσεων και των αλλεπαλλήλων δυστυχιών των δυσχερεστάτων εκείνων χρόνων. Αντί μύθων και συνήθων διηγήσεων, η ηρωϊκή εκείνη μήτηρ δεν έπαυεν επαναλαμβάνουσα εις τα τέκνα της: Παιδιά μου, είμεθα δούλοι, πρέπει όμως μίαν ημέραν να γίνωμεν ελεύθεροι. Πρέπει παιδιά μου, να γίνητε ανδρείοι, δια να πολεμήσητε και ελευθερώσητε την δυστυχή πατρίδα μας. Ιδετε πόσα δεινά υποφέρομεν και ιδία πόσα υφίσταται ο πτωχός λαός. Τοιουτοτρόπως ενέπνεεν εις τας απαλάς των τέκνων της καρδίας την φιλοτιμίαν και φιλοπατρίαν και το άσπονδον μίσος κατά των εχθρών.

 

Ο σύζυγος της διαβληθείς εις τους Τούρκους, ως υποθάλπων δια του πλούτου του επαναστατικά κινήματα, εδολοφονήθη παρ’ αυτών τη 22 Φεβρουαρίου του 1819, διατελέσας Προεστός μεν της Αρκαδίας από του 1794-1798, σύμβουλος δε της Πελοποννήσου από του 1812-1816.

 

Από της ημέρας εκείνης η δυστυχής Αδαμαντία ώφειλε να αναπληρώσει τον σύζυγόν της εν τη διαχειρίσει της περιουσίας και τη προστασία των τέκνων της. Ο πρωτότοκος υιός αυτής Αθανάσιος, ενήλιξ ήδη, διωρίσθη κοτζάμπασης, αύτη όμως, γυνή δραστηρία και ευφυής, είχεν αναλάβει την προσωπικήν διεύθυνσιν πάντων των κτημάτων της.

 

Διανυκτερεύσασα πότε εις χάνι, κατά την από ενός εις άλλου χωρίου μετάβασίν της, επετέθη κατά Τούρκου, τολμήσαντος να τη απευθύνη απρεπείς λέξεις, δια πιστολίου και γιαταγανίου, ήθελε δ’ αναμφιβόλως τον φονεύσει, εάν ούτος δεν ετρέπετο εις φυγήν.

 

Αλλοτε πάλιν αύτη μόνη εκ των κατοίκων ολοκλήρου του χωρίου, αντέστη εις την ρητήν απαγόρευσιν των Τούρκων, όπως μη οι χριστανοί ρίπτωσιν όπλα κατά την εορτήν του Πάσχα.

Σuνεκάλεσεν εν τω οίκω της τους αδελφούς και συγγενείς της μετά των υιών της, πληρώσασα δε αυτή η ιδία όπλα και πιστόλια, είπεν εις τους παρισταμένους: Ρίψατε παιδιά μου, ρίψατε όσα τουφέκια θέλετε, και όποιος τολμά ας έλθη να μας εμποδίση. Στέλλει δε συγχρόνως προς τον Τούρκον προϊστάμενον μήνυμα, δι’ ου ανήγγελλεν αυτώ, ότι το θρησκευτικόν έθιμον των χριστιανών θα τελεσθή, και ότι η αντίστασις των Τούρκων θα έχη δυσάρεστα αποτελέσματα. Ούτος θαυμάσας το θάρρος της γυναικός, κατέστειλε την οργήν των ιδικών του και ούτως οι χριστιανοί εώρτασαν το Πάσχα των με πυροβολισμούς.

 

Αλλ’ ο ηρωϊσμός της γυναικός εκείνης ανεδείχθη εν όλη αυτού τη επιβλητικότητι κατά την επανάστασιν του 1821. Ο εκ δύο χιλ. πρώτος στρατός της Τριφυλλίας, ο στρατολογηθείς εντός ολίγων ημερών υπό την αρχηγίαν των υιών αυτής και άλλων εξόχων πατριωτών, ήτο έτοιμος προς εκστρατείαν την 27 Μαρτίου του έτους 1821. Η Αδαμαντία δεν ελιποψύχησε, αλλ΄ούτε εδυσανασχέτει δια τον επικείμενον κατά των τέκνων της κίνδυνον. Αύτη εκαθάρισε τας πανοπλίας των επλήρωσε τας θήκας των σφαιρών και πυρίτιδος και περιέζωσεν ιδιοχείρως την χαρίεσσαν και ηρωϊκήν οσφύν των υιών της δια του ξίφους: Αγαπημένα μου παιδιά, είπεν απευθυνομένη προς πάντας τους εν τω οίκω της συναθροισθέντας νέους, υπάγετε όπου η θρησκεία και το υπέρ της δυστυχισμένης πατρίδος μας καθήκον σας καλεί. Στρέφουσα δε προς τους υιούς της ιδιαιτέρως τον λόγον, προσέθηκε: Προσέξατε! Εχετε να εκδικήσητε το αδίκως χυθέν αίμα εκείνου, όστις τοιούτον έντιμον σας εκληροδότησεν όνομα. Ή φανήτε άξιοι του ονόματος τούτου επιστρέφοντες νικηταί, ή να χαθήτε πολεμούντες τους εχθρούς.

 

Η Αδαμαντία γυνή περιωρισμένης αναπτύξεως ηγνόει βεβαίως το ταν ή επί τας των Σπαρτιατίδων, προφέρουσα τας λέξεις ταύτας. Αλλ’ εκ του αυτού ορμωμένη ασθήματος, είπεν εις την αφελή επαρχιακήν της φράσιν ακριβώς ότι η ολιγόλογος Σπαρτιάτις εννόει δια του «ταν ή επί τας». Τους λόγους της ηρωϊκής μητρός υπεδέχθησαν βροντώδεις ζητωκραυγαί και ενθουσιώδεις πυροβολισμοί, οίτινες υπήρξαν το πολεμικόν συγχρόνως εμβατήριον του νεοσυλλέκτου τούτου εξ εθελοντών στρατού.

 

Αλλά μετά την αναχώρησιν των ανδρών η Τριφυλλία έμεινεν έρμαιον των εχθρικών επιδρομών. Ο Ιμβραήμ Πασάς κατέστη η μάστιξ των χωρίων και κωμοπόλεων της Τριφυλλίας.

Η Αδαμαντία Γρηγοριάδου εγένετο τότε ο από μηχανής θεός των γυναικοπαίδων και δυστυχών γερόντων. Στρατολογήσασα ορεινούς τινας, οίτινες ηκολούθουν ως σωματοφύλακες τα μετ’ αυτής γυναικόπαιδα και προμηθευθείσα αφθόνους τροφάς, ας μετέφερε δια καμήλων και ημιόνων ανεχώρησε μετ’ αυτών εις τα όρη, απαλάξασα ούτω τόσας δυστυχείς υπάρξεις βεβαίου εξανδραποδισμού.

 

Κατά τον μήνα Οκτώβριον του 1827 αύτη είχε κατέλθει εις Άλβαινα, χωρίον πλησίον της Ζούρτσης κείμενον, ίνα επισκεφθή τον εκ μητρός θείον της Κωνσταντίνον Σακελλάριον, δεινώς πάσχοντα. Κατά την ημέραν της αυτόθι μεταβάσεώς της ο Ιμβραήμ Πασσάς εποιήσατο νέαν εις Τριφυλλίαν έφοδον, εκπορθήσας και το χωρίον, εν ω ευρίσκετο η Αδαμαντία. Αύτη ιδούσα τον κίνδυνον, έλαβεν επί των ώμων της τον λιπόθυμον εκ των πόνων και του φόβου πάσχοντα θείον της και ήρξατο να τρέχη εις τα όρη. Εν τη αναχωρήσει της ιππεύς τις Μαμελούκος σπεύδει αγρίως μαινόμενος εις καταδίωξίν της, την καταφθάνει δε επί της κορυφής λόφου, εφ’ ης αύτη προσφυγούσα εξηντλημένη είχεν εναποθέση τον αναίσθητον γέροντα. Ο στρατιώτης πυροβολεί κατ’ αυτής, αλλ’ η ηρωϊς δι επιδεξίας στροφής αποφεύγει την κατά της κεφαλής της διευθυνομένην σφαίραν. Ταχεία δε ως αστραπή σκοπεύει δια του πυροβόλου της τον διώκτην της και αφίνει αυτόν άπνουν επί του ίππου του, εφ ου ανήλθε μετά του αναισθήτου πάντοτε θείου της και δια στενωπού, αγνώστου εις τον εχθρόν, μετέβη μετά του πολυτίμου φορτίου της εις την πεδιάδα της Ζούρτσης, ένθα είχον στροπεδεύση οι υιοί της.

 

Μετά την δια τόσων αγώνων και θυσιών απελευθέρωσιν της μικράς γωνίας της Ελληνικής γης και επί της Αντιβασιλείας ο υιός αυτής Αθανάσιος συνεκατηγορήθη μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και άλλων, ως υποκινούντες στάσιν και ενεκαθείρχθη μετ’ αυτών εις υγράς και σκοτεινάς ειν Παλαμηδίω φυλακάς. Η Αδαμαντία και πάλιν μετέβη εις Ναύπλιον συνοδευομένη υπό δέκα οπλοφόρων της, μετέβη εις το ανάκτορον του αντιβασιλέως και τόσον ευγλώττως και θαρραλέως συνηγόρησεν υπέρ των φυλακισμένων παρά τω αντιβασιλεί, ώστε συνετέλεσεν εις επίσπευσιν της παραχωρηθείσης γενικής αμνηστείας. Συσταθείσης δε γερουσίας το 1844, πρωθυπουργούντος του αοιδίμου Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, η Αδαμαντία έσχε την ευχαρίστησιν να ίδη τον υιόν αυτής Αθανάσιον γερουσιαστήν. Ο θάνατος πάντων των τέκνων της επίκρανε τας τελευταίας ημέρας του βίου της ηρωϊκής ταύτης γυναικός, ήτις απεβίωσεν εν προβεβηκυία ηλικία τη 10 Ιουλίου του 1873 εν Αθήναις.

 

 

Πηνελόπη Γρηγοριάδου