ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

 

Αποσπασμα  από την «Επίτομη της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος 1839» του Αμβροσίου Φραντζή, Πρωτοσύγκελου της πρώην Χριστιανουπόλεως επαρχίας (Αρκαδίας) δια τον Γρηγόριον Παπαθεοδωρου

 

Σελίς  338

 

Την 29 'Απριλίου 1825 ο  Ίμπραχήμης διέ­ταξε τά τε πλοία και τα τής ξηράς στρατεύματα του νά πλησιάσωσιν εις τους Παλαιούς Ναβαρίνους έπί σκοπώ του νά συλλάβωσι καί αίχμαλωτίσωσι τους έν αύτοίς Ελληνας· όθεν κατά τάς διαταγάς αύτου τά μέν πλοία διά θαλάσσης, τά δέ στρατεύματα δια ξηράς έπλησίασαν, και πάραυτα ήνοίγη τρομερά και φρικώδης κατά των Ελλήνων μάχη, ώστε εις τάς στιγμάς εκείνας δέν ήκούετο άλλο, ειμή μία αδιάκοπος βοή εξερχόμενη από τον συνεχή κρότον των κανονιών και των πυροβόλων όπλων των τε εχθρών και τών 'Ελλήνων, εις τρόπον ώστε έφαίνετο οτι καί ή γή έκλονείτο· αλ­λά μ' όλην έκείνην την σταθεράν τών έχθρών και πεισ­ματώδη άπόφασιν διά τε ξηράς καί θαλάσσης μαχόμε­νων, οί Έλληνες άντέκρουον αυτούς με πολλήν γενναιότητα, τούς όποίους ένεθάρρυνον οι οπλαρχηγοί  ό έπσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ό Δ. Τζόκρης, ό Χατζή Χρήστος, ό Τζανέτος Χριστόπουλος, και διάφοροι άλ­λοι, κραυγάζοντες, «κτυπάτε αδελφοί, τους Εχθρούς τής πίστεως και τής πατρίδος» πολλή δέ θραύσις εγίνετο εις τους εχθρούς κατ' έκείνην την μάχην.

 

Προς δέ το εσπέρας δύο περίπου ώρας μετά την δύσιν του ηλίου οι έν τη Ληγούδιστα διαμένοντες Έλ­ληνες δύο ωρών διαστήματος μακράν όντες τών έχθρικών προμαχόνων, ήρχησαν τον συνεχή  πυροβολισμόν οι δε έν Ναβαρίνοις Ελληνες, ει καί μακράν γιγνομένου του Έλληνικού αύτου πυροβολισμού, στενοχωρημένοι όμως όντες έκ της ελλείψεως τροφίμων, πολεμοφοδίων, έξαιρέτως δέ ύδατος ποσίμου, απεφάσισαν νά κάμωσι την έξοδόν των μέ τα ξίφη εις τάς χείρας, καίτοι θεωρούντες εαυτούς εις προφονή κίνδυνον διά τον άωρει πλέον καί μακράν γιγόμενον πυροβολισμόν παρά των έν Ληγούδιστα Ελλήνων, καί ούτως ώρμησαν διά νά έξέλθωσεν* άλλ’ οι εχθροί άπο τον κρότον του μακρόθεν γιγνομένου πυροβολισμού γνωρίσαντες οτι ήθελε γίνει άφευκτα ορμητική ή τών έν Ναβαρίνοις έξοδος, κατέσχον όλα τα μέρη από  τά οποία  ήθελον διαβη οι Έλληνες, και οι μεν εξ αυτών γονυπετούντες έκράτουν τάς λόγχας κατ’ ευθείαν έναντιον των Ελλήνων, οί δέ καί ιστάμενοι έπυροβόλουν εξερχόμενους τους 'Έλληνας, οίτινες ίδόντες τήν πυκνότητα των Όθωμανών κατασχόντων τά μέρη από τά όποια έμελον νά διαβώσιν οι Ελληνες.

 

Πολλοί εξ αύτων είσελθοντες εις τάς παραθαλάσσιους άκτάς (τά ριχά) και εισπλέοντες διεσώθησαν, όσοι εξ αυτών διέφυγον τον θάνατον από τά εχθρικά πυροβόλα, κα­θότι οι εχθροί διά νά βλέπουν τους Ελληνας απο ποια μέρη όδοιπορούσιν, είχον ανάψει πολλάς ρητίνας, εκ των όποιων διεδίέδοτο μεγάλη φωταγωγία, ώστε (κατά την παροιμίαν) καί το λεπτόν διεκρίνετο εις την γην  έπι τέλους διεσώθησαν εκ των διά θαλάσσης διελθόντων 300, περίπου Ελληνες, εφονεύθησαν δέ καί 150 περίπου, συνελήφθη καί εν μέρος αιχμαλώτων την  νύκτα  έκείνην, έν οις ητον και ό επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ο Χατζή Χρήστος, ο Σ. Βάρβογλης, ο Αναγνώστης Κανελλόπουλος, και άλλοι διάφοροι οι δέ λοιποί "Ελληνες επέστρεψαν είς τους Παλαιούς Ναβαρίνους, και την έπιουσαν (30 Άπριλίου) παρεδόθησαν διά συνθήκης είς τον Ίμπραχήμ Πασσαν, των όποιων παραλαβών τα όπλα, και όσα έκαστος έφερε μεθ' έαυτού χρήματα, τους απώλεσε, κρατήσας αίχμαλώτους τον έπίσκοπον Μεθώνης Γρηγόριον, τόν οίκονόμον έκ Ζούρτζας αύτάδελφόν του Μεθώνης, τον ίεροδιάκονον Αμβρόσιον Ψηλογαλανόπουλον, τον οίκονόμον Μεθώ­νης Δ. Γρίβαν, τόν Χατζή Χρηστον, τόν Σ.Βάρβογλην, τόν Άναγνώστην  Κανελλόπουλον,   και άλλους τινάς.

 

Έν τούτοις οι έν τω φρουρίω πολιορκούμενοι έστενοχωρήθησαν υπέρ τό δέον, διά τε θαλάσσης και ξηράς, μη δυνάμενοι να είσάξωσιν ουδέ τροφιμον ουδέ πόσιμον, ούτε δέ καί πολεμεφόδια(1) ο δέ Ίμπραχήμης γνωρίσας την οποίαν ειχον ανάγκην, τοις εμήνυσε να παραδοθώσιν, υπισχούμενος μεθ' όρκων να τούς άφίση ελευ­θέρους καθ’ ότι εβιάζετο να κατάκτηση πρώτον τό φρούριον του Νεοκάστρου, και ακολούθως να τρέξη προς κατάσχεσιν της  Πελοποννήσου·

 

(1) Πολλοί δύνανται να κατηγορήσωσι το περί το φρούριον  πάντιη απρομήθευτον άς μάθωσι δε ότι  όλα ταΰτα προέκυπτον από την χρηματικήν ελειψιν  άποσιωπώνται δε τα περαιτέρω· μ’ όλα ταύτα έγινε  μικρά τις συνεισφορά εκ των εν τω φρουρίω πολιορκουμένων, είς τήν οποίαν συνεισέφερε  και ο έσχατος στρατιώτης* άλλα τα προμηθευθέντα τρόφημα δεν εξήρκεσαν  διά πολλάς ήμέρας, καθότι ή ποσότης τών χρημάτων (νομίζομεν) δεν υπερβαίνει τα τρείς χιλιάδας  γροσιών.

 

 

Τίμος Φλέσσας

Νέα Πεντέλη Δεκέμβριος 2003