ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΝΗΣ

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 

Ο Στάθης Κουτσούνης γεννήθηκε στη Νέα Φιγαλία Ολυμπίας το 1959, όπου και περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Σπoύδασε νομικά και φιλολογία (κατεύθυνση γλωσσολογίας) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και κλασική μουσική στο Ωδείο Athenaeum. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως φιλόλογος στην Ιδιωτική Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Συγκεκριμένα, διδάσκει στη Σχολή Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, όπου διετέλεσε Διευθυντής του Γυμνασίου κατά τη διετία 1996-1998, ενώ από το 1998 είναι Διευθυντής του Λυκείου και Συντονιστής των φιλολόγων. Έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις του σε συνέδρια και έχει επιμεληθεί την έκδοση ορισμένων βιβλίων και περιοδικών. Στα Γράμματα εμφανίστηκε το 1987 με τη δημοσίευση τεσσάρων ποιημάτων του στο τεύχος 10 του περιοδικού «Νέες Τομές». Έκτοτε έχει εκδώσει διάφορα βιβλία, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με τα λογοτεχνικά περιοδικά «Αλφειός», «Δε(κατα)», «Διαβάζω», «Εντευκτήριο», «Η λέξη», «Μανδραγόρας», «Νέα Εστία», «Οδός Πανός», «Οροπέδιο», «Πλανόδιον», «Ποίηση», «Πόρφυρας», «Τεχνοπαίγνιον», «Το Δέντρο», «Φιλολογική» κ.ά. και τις εφημερίδες «Η Αυγή», «Η Καθημερινή» και «Ελευθεροτυπία», όπου και δημοσιεύει ποιήματα, κριτικά δοκίμια, φιλολογικές μελέτες, επιστημονικά και εκπαιδευτικά άρθρα, βιβλιοκρισίες και άλλα κείμενα. Ποιήματά του έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά και τα Περσικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων (www.dedalus.gr).

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

 

·         Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, Εκδόσεις Υάκινθος, Αθήνα 1987 (Ποίηση)

·         Τρύγος αιμάτων, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα 1991 (Ποίηση)

·         Παραλλαγές του μαύρου, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1998 (Ποίηση)

·         Σοφοκλέους, Φιλοκτήτης - Αντιγόνη. Εισαγωγή: Στάθης Κουτσούνης. Μετάφραση: Χρίστος Τσάγκας, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1999 (Φιλολογική μελέτη)

·         «Η Μέριλιν της Ακράτας», Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003 (Διήγημα) [Στον συλλογικό τόμο: 7 διηγήματα]

·         Η τρομοκρατία της ομορφιάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2004 (Ποίηση)

·         Ποίηση. Ανθολόγηση: Αργύρης Χιόνης, Εκδόσεις Ακτή / Ελληνομουσείον [ανάτυπο], Λευκωσία 2004 (Ανθολόγιο ποιημάτων)

·         «Η ποιητική κοσμογραφία του Γιώργου Γεωργούση στις συλλογές των χαϊκού του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2007 (Δοκίμιο) [Στον συλλογικό τόμο: Η ποίηση του Γιώργου Γεωργούση]

·         Έντομα στην εντατική, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2008 (Ποίηση) [Υποψήφιο για το Βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω»]

 

          

 

         

 

     

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

 

1.      Χειρόγραφα Ποιήματα Ελλήνων, Χαρακτικά Μιχάλη Αρφαρά, Αλεξίσφαιρο 1989

2.      Ανθολογία Θαλασσινής ποιήσεως, Δημήτρη Γιακουμάκη, Αθήνα 1996

3.      43 Ποιητές και 23 Χαράκτες της γενιάς του 80. Επιμέλεια: Γ. Στεφανάκις - Ν. Χουρδάκης, Νέο Επίπεδο 1997

4.      Πελοποννησιακή Λογοτεχνία, Η Λογοτεχνία της Ηλείας, Κώστα Μιχ. Σταμάτη, Αθήνα 1998

5.      Ελληνικός υπερρεαλισμός, Μικρόν Ανθολόγιον, Β. Ν. Ξύδης, 2001

6.      Η πολλαπλή σκιά του Ομήρου. Σύγχρονοι ποιητές αντίκρυ στον κόσμο (1945-2000). Επιμέλεια: Β. Κάσσος, ΠΟΕΒ, Αθήνα 2001 (cd-rom)

7.      Greek Writers Today. An Anthology. Vol. I. Edited and with a foreword by David Connolly, Εταιρεία Συγγραφέων / Hellenic Authors Society 2003

8.      Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία. Εισαγωγή - Ανθολόγηση: Ηλίας Γκρής, Μεταίχμιο 2003

9.      Η αρχαία πατρίδα των ποιημάτων. Νεοέλληνες ποιητές για την αρχαία Ελλάδα. Εισαγωγή - Ανθολόγηση: Ηλίας Γκρής, Μεταίχμιο 2004 [δίγλωσση έκδοση: Ελληνικά και Αγγλικά] 

10.  "Να μαθαίνω γράμματα...". Το σχολείο στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εισαγωγή, Επιλογή Κειμένων: Κώστας Ακρίβος, Μεταίχμιο 2004

11.  Griechische Lyrik der Gegenwart, Bd. 2. Herausgegeben von Dadi Sideri–Speck, Romiosini–Zweisprachig 2006

12.  Εντός και εκτός έδρας. Το ποδόσφαιρο στην ελληνική ποίηση. Γιώργου Μαρκόπουλου, Εκδόσεις Καστανιώτη 2006

13.  Ενδοσκεληδόν. Ανθολογία έργων της ελληνικής λογοτεχνίας με ήρωες μοτοσυκλέτες και μοτοσυκλετιστές. Του Σπύρου Λαζαρίδη. Πρόλογος: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εκδόσεις Ζήτρος 2007

14.  Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα. Ανθολογία. Επιμέλεια: Θανάσης Νιάρχος - Θανάσης Καστανιώτης, Εκδόσεις Καστανιώτη 2007

15.  Αρχίζει το ματς. Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία. Επιμέλεια: Γιάννης Η. Παππάς, Εκδόσεις Μεταίχμιο 2010

16.  Ανθολογία Ηλειακής Ποίησης. 1950-2010. Επιμέλεια: Κώστας Κρεμμύδας - Ξένη Σκαρτσή, Εκδόσεις Ταξιδευτής 2010 –Συμπόσιο Ποίησης Πατρών

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

 

Αγγλικά

·        The multiple shadow of Homer. Contemporary Greek Poets Vis-à-vis the World (1945-2000). Translated by Philip Ramp. Athens 2001 (cd-rom)

·        Greek Writers Today. An Anthology. Vol. I. Edited and with a foreword by David Connolly. Translated by Philip Ramp. Εταιρεία Συγγραφέων / Hellenic Authors Society 2003

·        The ancient country of poems. Modern Greek poets on ancient Greece. Edited by Elias Gris. Translation: Yannis Goumas, Metechmio/Μεταίχμιο 2003

·        Passport. Greek poems in English. Translated by Yannis Goumas. Περ. «Μπιλιέτο», τεύχ. 7-8, Ιούνιος 2006

 

Γερμανικά

·        Griechische Lyrik der Gegenwart, Bd. 2. Herausgegeben von Dadi Sideri–Speck (Übersetzung: Dadi Sideri-Speck), Romiosini–Zweisprachig 2006

 

Περσικά

·        Panjereh-ye rowshan. Shere emrouze younan, Nashre elmi farhangi, Tehran 2008 (Επιλογή και μετάφραση στα Περσικά: Fereydoun Faryad)

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

 

γενικά για την ποίησή του

 

·        Τζίνα Καλογήρου, Το Κόκκινο και το Μαύρο: μικρή ‘σπουδή’ στην ποίηση του Στάθη Κουτσούνη: Στον τόμο: Πρακτικά Δέκατου ένατου Συμποσίου Ποίησης. Ρεύματα στη σύγχρονη ποίηση. Εκδόσεις περί τεχνών, Πάτρα 2001, σελ. 83-88

·        Θανάσης Βενέτης, Για τον Στάθη Κουτσούνη: «Διαπολιτισμός» (Ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό - www.diapolitismos.gr), Νοέμβριος 2003, και περ. «Εμβόλιμον», τεύχος 51-52, Άνοιξη 2005, σελ. 55-60

·        Ανθούλα Δανιήλ, Στην ενέδρα της ομορφιάς. Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη: περ. «Πόρφυρας», τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σελ. 675-679

 

για την ποιητική συλλογή Σπουδές για Φωνή και Ποίηση

 

·        Ανθούλα Δανιήλ: περ. «Γράμματα και Τέχνες», τεύχ. 55, Απρίλιος-Ιούνιος 1988, σελ. 45

·        Γιάννης Κουβαράς: περ. «Νέες Τομές», τεύχ. 12, Έκτακτη Έκδοση 1988-1989, σελ. 84. Τώρα και: Επί πτερύγων βιβλίων. Κριτικά Σχεδιάσματα 1987-1994, τόμος Α΄. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1995, σελ. 235-236 

 

για την ποιητική συλλογή Τρύγος αιμάτων

 

·        Γιώργος Σταματόπουλος: εφ. «Αυριανή/Λόγος», 3/5/1992

·        Χρίστος Παπαγεωργίου, Τρύγος εφιαλτικών στιγμών: εφ. «Η Αυγή της Κυριακής», 14/6/1992

·        Στέλιος Γεράνης: περ. «Νέα Εστία», τεύχ. 1575, Φεβρουάριος 1993, σελ. 275-276

·        Γιάννης Κουβαράς, Ο κύκλος του αίματος: εφ. «Η Εποχή», 24/4/1994. Τώρα και: Επί πτερύγων βιβλίων. Κριτικά Σχεδιάσματα 1987-1994, τόμος Α΄. Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 1995, σελ. 231-235

·        Νίκος Χουρδάκης, Η δαιμονικότητα της γραφής: περ. «Αλφειός», τεύχ. 4, Χειμώνας 1994, σελ. 154-155

·        Ανθούλα Δανιήλ, Ο ποιητής σαν Πενθέας σε χρόνο υπερβατικό: εφ. «Η Καθημερινή», 15/10/1996

 

για την ποιητική συλλογή Παραλλαγές του μαύρου

 

·        Θ. Μ. Πολίτης: εφ. «Ελεύθερος Στερεάς Ελλάδας», 22/6/1998

·        Παντελής Μπουκάλας, Με σκηνοθέτη το θάνατο. Οι «Παραλλαγές του μαύρου» του Στάθη Κουτσούνη: «Η Καθημερινή», 6/10/1998

·        Γ. Ν. Μπασκόζος: εφ. «Εξπρές», 18/10/1998

·        Κωνσταντίνος Τέλιος: περ. «Bestseller», τεύχ. 19, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1998, σελ. 83

·        Χρίστος Παπαγεωργίου: περ. «Νέο Επίπεδο», τεύχ. 30, Χειμώνας 1998, σελ. 68-69

·        Ευφροσύνη Συνιώρη: περ. «Οδός Πανός», τεύχος 101, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 1999, σελ. 124-128

·        Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου: εφ. «Ριζοσπάστης», 13/5/1999

·        Ανθούλα Δανιήλ: περ. «Φιλολογική», τεύχ. 71, Απρίλιος-Ιούνιος 2000, σελ. 76-78 

·        Νίκος Φωτόπουλος: περ. «Μανδραγόρας», τεύχ. 24, Οκτώβριος 2000, σελ.109-110

·        Θεοδόσης Πυλαρινός, «Εκείνο το άλλο, τον εφιάλτη…»: περ. «Πόρφυρας», τεύχ. 104, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, σελ. 302

 

για την ποιητική συλλογή Η τρομοκρατία της ομορφιάς

 

·        Βασίλης Κ. Καλαμαράς: εφ. «Ελευθεροτυπία» [Βιβλιοθήκη], 12/11/2004

·        Βαγγέλης Χατζηβασιλείου: εφ. «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 14/11/2004

·        Γιάννης Μανιάτης: περ. «Λέξημα» (www.lexima.gr), 5/12/2004

·        Τιτίκα Δημητρούλια: εφ. «Η Καθημερινή» [Επτά Ημέρες], 12/12/2004

·        Σαράντος Ι. Καργάκος: εφ. «Απόφαση», 29/1/2005

·        Κώστας Βαλέτας: περ. «Αιολικά Γράμματα», τεύχ. 211, Φεβρουάριος 2005, σελ. 34

·        Νίκος Χειλαδάκης: εφ. «Νέα Ζωγραφοτυπία», τεύχ. 3, Μάρτιος 2005

·        Μαρία Σαρηπανίδου: περ. «Δελτίο», τεύχ. 34, Άνοιξη - Καλοκαίρι 2005, σελ. 35

·        Θ. Μ. Πολίτης: εφ. «Ελεύθερος Στερεάς Ελλάδας», 14/3/2005

·        Ηλίας Κεφάλας, Στην άβυσσο της ομορφιάς: εφ. «Η Κυριακάτικη Αυγή», 27/3/2005

·        Φρόση Συνιώρη: περ. «Διαπολιτισμός» (www.diapolitismos.gr), 30/3/2005

·        Γιώργος Παναγιωτίδης: περ. «Μανδραγόρας», τεύχ. 33, Απρίλιος 2005, σελ. 124-125

·        Φίλιππος Φιλίππου: περ. «Οδός Πανός», τεύχ. 128, Απρίλιος-Ιούνιος 2005, σελ. 194-197

·        Τάσος Καπερνάρος: περ. «Νέα Παιδεία», τεύχ. 114, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 2005, σελ. 131-132

·        Κούλα Αδαλόγλου: Στο κλίμα των Παραλογών: περ. «Εντευκτήριο», τεύχ. 69, Απρίλιος-Ιούνιος 2005, σελ. 129-131

·        Ανθούλα Δανιήλ: περ. «Αντί», τεύχ. 841, 22/4/2005, σελ. 64-65

·        Παναγιώτης Σκορδάς: περ. «Δρομολόγιο», τεύχ. 7, 2005, σελ. 65-66

·        Γιάννης Κουβαράς, Η διπλή ομηρία της ομορφιάς: περ. «Ο Πολίτης», τεύχ. 133, Μάιος 2005, σελ. 60-61

·        Γιώργος Ρωμανός: περ. «Πανδώρα», τεύχ. 17, Μάιος-Νοέμβριος 2005, σελ. 92-93

·        Μπάμπης Δερμιτζάκης: περ. «Ακτή», τεύχ. 63, Καλοκαίρι 2005, σελ. 359-360

·        Αλέξης Ζήρας: περ. «Κ», τεύχ. 8, Ιούλιος 2005, σελ. 113-116

·        Κώστας Αγγελάκος: περ. «Φιλολογική», Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2005, σελ. 20

·        Ντίνος Σιώτης: περ. «Δε(κατα)», τεύχος 3, Φθινόπωρο 2005, σελ. 173

·        Γεράσιμος Ρηγάτος: περ. «Νέα Σκέψη», τεύχ. 12-13 [484-5] (Περίοδος Β΄), Νοέμβρης-Δεκέμβρης 2005, σελ. 496

·        Ελένη Χωρεάνθη: περ. «Γραφή», τευχ. 59, Χειμώνας 2005, σελ. 46-49

·        Δημήτρης Αγγελής: περ. «Cύναξις», τεύχ. 8, Απρίλιος-Ιούνιος 2006, σελ.98

·        Δημήτρης Κανελλόπουλος: περ. «Οροπέδιο», τεύχ. 2, Χειμώνας 2006-2007, σελ. 257-258

·        Ανδρέας Φουσκαρίνης: περ. «Διαπολιτισμός» (www.diapolitismos.gr), 22/10/2008

– Επίσης: ραδιοφωνική παρουσίαση της συλλογής από τη Σύσση Καπλάνη, Μελωδία FM 99.2, 29.9.2004

 

για την ποιητική συλλογή Έντομα στην εντατική

 

·        Εβίτα Καραλή: περ. «Δελτίο», τεύχος 41, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008, σελ. 35

·        Γιώργος Κορδομενίδης: περ. «Εντευκτήριο», τεύχος 83, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σελ. 206

·        Κώστας Μπαλάσκας: περ. «Νέα Παιδεία», τεύχος 128, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σελ. 145

·        Ανθούλα Δανιήλ: περ. «Προκυμαία», τεύχος 4, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σελ. 123-126 & περ. «Φιλολογική», τεύχ. 109, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, σελ. 94-95

·        Ξενοφών Μπρουντζάκης, Ποίηση, μια ψήφος ριγμένη στην κάλπη του χρόνου: εφ. «Το Ποντίκι», 16/10/2008

·        Βασίλης Καλαμαράς: εφ «Ελευθεροτυπία» [Βιβλιοθήκη], 24/10/2008

·        Γεράσιμος Ρηγάτος: περ. «Index», τεύχος 27, Δεκέμβριος 2008-Ιανουάριος 2009, σελ. 87  

·        Έλσα Κορνέτη: περ. «Ένεκεν», τεύχος 12, Χειμώνας 2008, σελ. 216-218

·        Τιτίκα Δημητρούλια: εφ. «Η καθημερινή», 14/12/2008

·        Βασίλης  Ζηλάκος: περ. «Οδός Πανός», τεύχος 143, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009, σελ. 141

·        Αγάθη Γεωργιάδου: περ. «Θέματα Λογοτεχνίας», τεύχος 40, Ιανουάριος-Απρίλιος 2009, σελ. 293-296

·         Χριστίνα Αργυροπούλου: περ. «Poeticanet» (www.poeticanet.gr), τεύχος 9, 16/1/2009

·         Ανδρέας Παναγόπουλος, Το έμμετρο πάντα και παντού στη ζωή: εφ. «Η Καθημερινή», 20/1/2009

·         Σταυρούλα Τσούπρου, Βαρύ μέταλλο: εφ. «Η Κυριακάτικη Αυγή», 25/1/2009

·        Ειρήνη Μπέλλα: εφ. «Η Βραδυνή» [Φιλολογική Βραδυνή], 28/2/2009

·        Ντίνος Σιώτης: περ. «Poetix», τεύχος 1, Άνοιξη 2009, σελ. 76

·        Γιώργος Βέης: Yearbook 08>09, [Απρίλιος 2009], σελ. 507

·        Δημήτρης Κόκορης, Υπερρεαλίζουσα υπαρξιακή λάμψη: περ. «Διαβάζω», τεύχος 495, Απρίλιος 2009, σελ. 51

·        Κώστας Κρεμμύδας, Μια κατακόκκινη παρτίδα σκάκι ή Κυψέλες γεμάτες ενοχές: περ. «Μανδραγόρας», τεύχος 40, Άνοιξη-Καλοκαίρι <Μάιος> 2009, σελ. 141-142

·        Κούλα Αδαλόγλου, Ανατροπές, με εργαλεία μεταφορές και αναλογίες στα Έντομα στην εντατική του Στάθη Κουτσούνη: περ. «Μανδραγόρας», τεύχ. 40, Άνοιξη-Καλοκαίρι <Μάιος> 2009, σελ. 142

·        Μπάμπης Δερμιτζάκης: περ. «Ακτή», τεύχ. 79, Καλοκαίρι 2009, σελ. 367-369 & περ. Λέξημα (www.lexima.gr.), 20/9/2009

·        Θανάσης Μαρκόπουλος, Η φαντασία στο ποίημα: περ. «Η Παρέμβαση», τεύχ. 149, Καλοκαίρι 2009, σελ. 86-87

·        Νίκος Χειλαδάκης: περ. «Οροπέδιο», τεύχος 7, Καλοκαίρι 2009

·        Νίκος Λάζαρης: περ. «Νέα Εστία», τεύχος 1824, Ιούλιος-Αύγουστος 2009, σελ. 153-155

·        Τιτίκα Δημητρούλια, Οι αναπάντεχες μεταλλαγές του καθημερινού: περ.  «Εντευκτήριο», τεύχος 86, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009, σελ. 150-151

·        Νένα Κοκκινάκη, Εκρηκτική αφηγηματικότητα: περ. «(δε)κατα», τεύχ. 19, Φθινόπωρο 2009, σελ. 164-165

·        Θ. Μ. Πολίτης: εφ. «Συν είδηση της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας», 20/10/2009

·        Χρίστος Παπαγεωργίου, Άρωμα ρομαντισμού: περ. "Εμβόλιμον", τεύχ. 58-59, Χειμώνας 2009 - Άνοιξη 2010, σελ. 115-116

·        Φρόσυ Συνιώρη, Μια συνειρμική ανάγνωση: περ. «Διαπολιτισμός» (www.diapolitismos.gr), 3/3/2010

·        Αλέξης Ζήρας, Ένα μετα-σαχτουρικό σύμπαν: περ. «Κ», τεύχ. 20, Ιούνιος 2010, σελ. 196-199

·        Κωνσταντίνος Μπούρας, Εμψυχωμένα άψυχα: «BookPress», Ιούλιος-Αύγουστος 2010

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ

 

Το Κόκκινο και το Μαύρο: μικρή “σπουδή” στην ποίηση

του Στάθη Κουτσούνη

 

Ο Στάθης Κουτσούνης πρωτοεμφανίζεται στην ποίηση με την ιδιαίτερα καλαίσθητη συλλογή Σπουδές για Φωνή και Ποίηση (Ποιήματα 1979-1983), εκδ. Υάκινθος 1987. Το τομίδιο κοσμείται με την εικαστική σύνθεση του Σόρογκα “Αγκάθι με κόκκινο πανί”. Ακολουθούν οι κομψές ποιητικές συλλογές Τρύγος αιμάτων, εκδ. Σμίλη 1991 με κόσμημα εξωφύλλου του Σόρογκα, και Παραλλαγές του μαύρου, εκδ. Δελφίνι 1998, με σχέδιο εξωφύλλου του Αλέξανδρου Ίσαρη.

Ο Στάθης Κουτσούνης είναι κατεξοχήν ερωτικός ποιητής. Η ποίησή του “γεννιέται” όταν η λέξη διασταυρώνεται με τον έρωτα κι όταν η ερωτική απελευθέρωση συναντά την καλλιτεχνική δημιουργία. Κυρίαρχα γνωρίσματα του έργου του είναι ο έντονος ερωτισμός, η εκτεταμένη εικονοποιία της φρίκης, η συσχέτιση θανάτου και έρωτα και ορισμένες φορές η απόδοση της σεξουαλικής πράξης ως πράξης που εμπεριέχει βία. Ο σφοδρός χαρακτήρας του ερωτισμού του μας θυμίζει τον αιρετικό σουρεαλιστή Georges Bataille όταν γράφει ότι «αυτό που καθορίζει το πάθος είναι ένα φωτοστέφανο θανάτου» ή ότι «η ποίηση οδηγεί στο ίδιο σημείο με κάθε μορφή του ερωτισμού, στο αδιαχώριστο, στη σύγχυση των ευδιάκριτων αντικειμένων».

[…]

Η ποίησή του, χωρίς να είναι θεματικά ή συγκινησιακά δεμένη με την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα, μαρτυρεί την εξοικείωση του ποιητή με το φανταστικό, το δαιμονικό ή το αλλόκοτο και αντανακλά τον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, καθώς φαντασιώνεται ή εσωτερικεύει τα ερεθίσματα της πραγματικότητας.

Στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, ο ποιητής παρουσιάζεται κάτοχος των εκφραστικών του μέσων. Η γλώσσα του είναι μεστή, καλλιεργημένη και ώριμη, σοφά εμβολιασμένη με λόγια στοιχεία […]. Ο στίχος εντυπωσιάζει με τις παρηχήσεις, τον προσεγμένο ηχητικό συνδυασμό των λέξεων, με την εν γένει μουσικότητά του:

 

Ο ήλιος πάλλεται στων πελαργών τα πέλματα

Και λάμπει η λέξη στον ομφάλιο λώρο της ροής

                                                                            (σ. 22). 

 

Άλλωστε, η συσχέτιση ποίησης και μουσικής δηλώνεται από τον τίτλο της συλλογής ή από ορισμένους τίτλους ποιημάτων (“τρίηχα”, “πολύχορδα”, “παραλλαγές”, “διαπίστωση σε ατονική ελάσσονα”). Θυμίζουμε ότι στην κλασική μουσική η λέξη “σπουδή” δηλώνει την ενόργανη μουσική που αποβλέπει στην εξάσκηση της δεξιοτεχνίας του εκτελεστή. Πράγματι, η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη είναι μια δεινή etude. Ορισμένα ποιήματά του μπορούν να χαρακτηριστούν  “σπουδές” ύφους, γραφές “a la manière de”. […]

Στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση το ποιητικό υποκείμενο επιζητά τη μέθεξη στο γυναικείο σώμα, ενώ η, νεοτερική στη διατύπωσή της, εξύμνηση του σώματος, η αναζήτηση του ατρύγητου, λησμονημένου φωτός, η σχέση ποιητή και καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι ορισμένα από τα κύρια θέματα της συλλογής. Τόσο στις Σπουδές για Φωνή και Ποίηση όσο και στον Τρύγο αιμάτων δεν λείπουν οι ευθείες αποστροφές στη Μούσα και στην έμπνευση (βλ. αντίστοιχα σσ. 26 και 29). Ο θάνατος εξανθρωπίζεται, είναι “αχτένιστος”, “ξυπόλητος”, “αναρχικός” (σ. 28), “ερωτευμένος” (σ. 18). Αυτή η προσωποποίηση του θανάτου προαναγγέλλει τις αναζητήσεις της τρίτης ποιητικής συλλογής του Στάθη Κουτσούνη.

[…] Ο ποιητής παρουσιάζεται συχνά επίτοκος, να κυοφορεί το στίχο και το ποίημα: «Η λέξη χτύπαγε σαν έμβρυο μέσα μου / Ξαπλώνω ανάσκελα στο χώμα / Απλώνω τα χέρια μου και καρτερώ» (Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, σ. 45). Κι αλλού:

 

Κάτι φορές

Τα έμβρυα στ’ όνειρό τους

Πιάνουν τη φαντασία απ’ τα μαλλιά

Και τραγουδούν

Και χορεύουν

Και βγαίνουν πριν την ώρα τους

 

Κοίτα καλά ν’ ακούσεις θεατή

Τον ήχο της δραπέτευσής τους

                                                 (σ. 36)

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην ποίησή του ο Στάθης Κουτσούνης επανέρχεται με μεγάλη συχνότητα στην εμπειρία του τοκετού, στις ωδίνες, στα έμβρυα, στη μαμή (βλ. και τα ποιήματα “εμβρυουλκία” και “μετατροπία” από τις Παραλλαγές του μαύρου, σσ. αντίστοιχα 14 και 18), ενώ σε ολόκληρο το έργο του η θάλασσα, το υγρό στοιχείο, διατηρεί την παραδοσιακή συμβολική του σύνδεση με τη μητρότητα, είναι το υπέρτατο σύμβολο της μήτρας:

                                                 

Είδα τη μάνα μου γυμνή

λίγο πριν να με γεννήσει

(...)

και πάνω στην κοιλιά της

η θάλασσα

                   η θάλασσα

                                      η ατεκμηρίωτη

(Τρύγος αιμάτων, σ. 30)

 

Στην ποιητική συλλογή Τρύγος αιμάτων ο ποιητής παρουσιάζει καταστάσεις βίας, φρίκης, κόλασης. Διάπυρες ύλες και μέταλλα, αίμα, γάλα κόκκινο που αναβλύζει, ο σατανάς που παίζει σαξόφωνο, κομμένα κεφάλια και τσακισμένα μέλη είναι ορισμένα από τα στοιχεία της ποιητικής μυθολογίας του Στάθη Κουτσούνη. Τα σωθικά που κρέμονται και τα σπλάχνα κρεμασμένα στον ουρανό είναι εικόνες που μας θυμίζουν τα σφαχτά του Rembrandt και του Soutine. Η ποιητική φαντασία επινοεί τέρατα όπως ο Μαύρος Αίλουρος:

 

(...)

τ’ αυτοκίνητα τρώνε τους επιβάτες

οι επιβάτες τρώνε τ’ αυτοκίνητα

πεινάει κι ο Μαύρος Αίλουρος

και τα τρώει όλα

ουρανό αυτοκίνητα επιβάτες

με τα φτυάρια οι εργολάβοι

κορμιά και σίδερα

στο αχόρταγο στόμα του χώνουν

                                                   (σ. 26)

 

Το αδηφάγο στόμα του Αίλουρου θυμίζει τα τεράστια οδοντωτά “σαγόνια της Κόλασης”, το θηριόμορφο “στόμα της Κόλασης” που καταπίνει τους αμαρτωλούς, έτσι όπως απεικονίζονται σε διάφορα χειρόγραφα και Ωρολόγια του Μεσαίωνα.

Για την «Αυτοκρατορία του Μαύρου / με τα τρομερά κι αναρίθμητα στόματα» θα μιλήσει ο ποιητής στην τρίτη ποιητική συλλογή του Παραλλαγές του μαύρου, η οποία συνιστά στιγμή απόλυτης ωριμότητας. Ο ποιητής στρέφεται προς το ποίημα με αφηγηματική ανάπτυξη. Στα περισσότερα ποιήματα δίνεται η εντύπωση της αφηγηματικής καταγραφής εφιαλτικών ενυπνίων, εντύπωση που ενισχύεται από τη συχνότατη χρήση ιστορικού ενεστώτα. Μέσω του ονείρου το ποιητικό υποκείμενο μεταβαίνει σε μια ζοφερή πραγματικότητα, υποβάλλεται σε απειλές και οδυνηρές εμπειρίες, διώκεται και τελικά ηττάται από το θάνατο. Ο Μαύρος Καβαλάρης του δημοτικού τραγουδιού παίρνει διάφορες μορφές, θηλυκές ή αρσενικές: είναι η Ντάμα, η Μαμή, η Χοντρή με τα μαύρα φτερά, ο Χασάπης, ο Γαμπρός με το μαύρο παπιγιόν, ο Ληστής, ο σπυριάρης κι αξύριστος Εργοδηγός, ο Τύπος. Σε κάθε περίπτωση εμφανίζεται ως απειλητική και μονίμως ελλοχεύουσα πραγματικότητα, ως ανελέητος διώκτης του ανθρώπου, και, βέβαια, ως τελικός θριαμβευτής στην άνιση αναμέτρησή του με τον αδύναμο άνθρωπο.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο “η πύλη” ο ποιητής δίνει περιγραφές της  “Αυτοκρατορίας του Μαύρου”, του βασιλείου των Νεκρών, για τις οποίες αντλεί στοιχεία από την ομηρική Νέκυια αλλά και από τη δημοτική παράδοση.

«Κάτω οι πεθαμένοι τσιρίζοντας» γράφει στο ποίημα “ο γάμος” (σ. 43), στίχος που απηχεί το «οἱ πολλοί περί βόθρον ἐφοίτων ἂλλοθεν ἂλλος / θεσπεσίη ἰαχή» (λ, στίχ. 42-43) της Οδύσσειας. Ο υποχθόνιος κόσμος είναι το βασίλειο της θλίψης, του αιώνιου πόνου, της λήθης, της ερημιάς:

 

(...)

βλέπεις αυτή την τρύπα στο βάθος

μέσα βουίζουν οχιές γκαστρωμένες

με στόμα τοξικό και πεινασμένο

εδώ ζωντανός κανείς δεν περπατά

κανένας δε διαβαίνει

ούτε δέντρα φυτρώνουνε

ούτε πουλιά πετάνε

το κρύο είναι βαρύ κι η υγρασία αφόρητη

σαν σπαστικά τρέμουν οι άσαρκοι

κι αν φτάσει κάποιος κατά δω

μια σκελετωμένη καρτερεί στην άκρη

και τον κερνάει αίμα πηχτό

τον τόπο του να λησμονήσει

(...)

                                                (σσ. 32-33)                                                                

                                                                               

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

1.       Georges Bataille, Ο Ερωτισμός, μετάφραση Μ. Χουλιάρα, Αθήνα, εκδ. Εντροπία 1981.

2.       Άλις Κ. Τέρνερ, Η ιστορία της Κόλασης, μετάφραση Βασ. Αδραχτάς, Αθήνα, εκδ. Φιλίστωρ 1997.

3.       Sarane Alexandrian, Ιστορία της Ερωτικής Λογοτεχνίας, μετάφραση Ν. Κούτση - Ιακ. Μαντάς, Αθήνα, εκδ. Π. Τραυλός - Ε. Κωσταράκη 1997.

4.       Ηλία Πετρόπουλου, Ελύτης - Μόραλης - Τσαρούχης, Αθήνα, εκδ. Πατάκη 1998.

5.       Georges Deveraux, Βαυβώ, το μυθικό αιδοίο, μετάφραση Γ. Τόλλιας, Αθήνα, εκδ. Ολκός 1989.

 

Τζίνα Καλογήρου

Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών

 

___________________

 

Στον τόμο: Πρακτικά Δέκατου ένατου Συμποσίου Ποίησης. Ρεύματα στη σύγχρονη ποίηση, Πανεπιστήμιο Πατρών, 2-4 Ιουλίου 1999, Εκδόσεις περί τεχνών, Πάτρα 2001, σελ. 83-88

 

Σημείωση: Η παραπάνω μελέτη αναφέρεται στις τρεις πρώτες συλλογές του ποιητή.

 

 

Στην ενέδρα της ομορφιάς

 

Συνολική θεώρηση της ποίησης του Στάθη Κουτσούνη

 

                           […]

δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά

                                                        της ομορφιάς σου ο τρόμος

 

                                           Στάθης Κουτσούνης, Η τρομοκρατία της ομορφιάς

 

     […]

     Αν επιχειρήσουμε μια μικρή περιδιάβαση στο ποιητικό έργο του Κουτσούνη, θα διαπιστώσουμε ότι η ρίζα του ακολουθεί την πορεία της ρίζας του δέντρου, ανάλογη με εκείνη που περιέγραψε και ο Ελύτης στο Άξιον Εστί, μια πορεία σε βάθος δηλαδή, όπου η επιφάνεια πάει να συναντήσει τον άγνωστο και μακρινό εαυτό της. […]

     Η πρώτη ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1987 και έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, πράγμα που μας ειδοποιεί ότι πρόκειται για την πρώτη απόπειρα –«σπουδές»– να αρθρώσει ποιητική φωνή.

     Φαίνεται πως η απόπειρα πέτυχε το στόχο της. Και η μουσική παιδεία του Κουτσούνη απέδωσε τους ποιητικούς της καρπούς σε ένα σύμπλεγμα ερωτικού και δυναμικά αισθησιακού  αισθήματος, που παίρνει πολλές φορές τη μορφή του αίματος που κυκλοφορεί στις φλέβες.  Πρωταγωνιστές λοιπόν ο έρωτας και ο θάνατος, μέσα στην ιεροτελεστία των εκστάσεων που κυοφορούν το στίχο. Οι ωδίνες του τοκετού θα καταλήξουν τελικά στο ποίημα:

 

Το Ποίημα στις φλέβες

Παλεύει με το αίμα

Νάρκισσος ο Σπόρος στην κοιλιά μου

Κι ο Χρόνος

Ερωτευμένος θάνατος

Γυρεύοντας ελευθερία

                                    («Δακτυλικά αποτυπώματα»)

 

     Η δεύτερη συλλογή του Κουτσούνη, ο Τρύγος Αιμάτων, κυκλοφόρησε το 1991. Ο τίτλος και μόνον μας μεταφέρει σ’ ένα διονυσιακό οργιαστικό τελετουργικό, όπου ο ποιητής σαν τον Πενθέα θα μοιράσει τα μέλη του στις Βάκχες. Ποιες όμως είναι οι Βάκχες στη συγκεκριμένη συλλογή; Φαίνεται πως είναι η ίδια η ποιητική τέχνη, στης οποίας την υπηρεσία μπαίνει, και η οποία απαιτεί τις σάρκες του.

     Ο Σεφέρης λέει: «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει». Με «παραμύθια και παραβολές» κι ο Κουτσούνης, με τη μεταφορική χρήση του λόγου δηλαδή, που είναι η μόνη οδός για να στείλει ένας ποιητής μήνυμα στον αναγνώστη. Γιατί είναι γνωστό ότι στην ποίηση δεν υπάρχει βασιλική οδός, αλλά παρακαμπτήριος, πάλι κατά την άποψη του Σεφέρη. Και τέλος, πιο καλλιτεχνικά, η γλώσσα της καθημερινής μας επικοινωνίας είναι γλώσσα που περπατάει, ενώ η γλώσσα της ποίησης χορεύει. Λοιπόν, η γλώσσα που χορεύει κάνει ό,τι και ο χορευτής: βήματα, φιγούρες, πιρουέτες. Κάπου εκεί το νόημα διπλώνεται και ξεδιπλώνεται «και με φως και με θάνατον», κατά τον Κάλβο. Η είσοδος σ’ αυτές τις πτυχώσεις απαιτεί απόλυτη προσοχή, ευαισθησία και ευγένεια. Είναι μια λειτουργία πνευματική. Όμως, όσο κι αν είναι πνευματική και ευγενής, έχει μεγάλη σχέση και με τα εντόσθια, τα σωθικά. «Η βοή απ’ το πέλαγος μου ’τρωγε σαν την αίγα μαύρο σωθικό», λέει ο Ελύτης. Κι αυτό το «μαύρο σωθικό» είναι το υλικό που ο Κουτσούνης αγωνίζεται να βγάλει στο φως. Το μαύρο σπέρμα.

     Για να ακριβολογήσουμε λίγο πάνω στον τίτλο της συλλογής, τον Τρύγο Αιμάτων, πρέπει να πάμε στο αμπέλι στην ώρα της γιορτής του, στον τρύγο. Ο τρύγος δίνει σταφύλια, τα σταφύλια κρασί και το κρασί στην Άγια Τράπεζα μεταμορφώνεται σε αίμα θεού. Αίμα του Διόνυσου ή του Χριστού, της τραγωδίας ή της θυσίας που απαιτείται για κάθε μεγάλο έργο.

     Και ποια είναι τα σταφύλια του συγκεκριμένου τρύγου; Είναι τα σωθικά του ποιητή:

 

ένας γύφτος κατοικεί μέσα μου

τα σωθικά μου εργάζεται τ’ απλήρωτα

στριφώνει το πετσί με σύρμα

ακάματα σφυρηλατεί το κρέας

ατσαλώνει τα οστά

 

κι όταν πεινάει τρώει το συκώτι μου

κι όταν διψάει πίνει το αίμα μου

κι όταν κουράζεται στα νεύρα μου τεντώνεται

 

άγριο πάντοτε τον γύφτο κουβαλώ

φορτίο βαρύ

 

ατίμητο

                         («Αγώι»)

 

     Τρίτη ποιητική συλλογή του Κουτσούνη οι Παραλλαγές του Μαύρου, σύνθεση του 1998. […]

     Στις Παραλλαγές του Μαύρου ο Κουτσούνης διαπράττει την ύβρη να διεισδύσει στα εσωτερικά του μαύρου, να βρει τις παραλλαγές του, να τις σκαλίσει.

 

κάθε πρωί ξυπνώ λαχανιασμένος

 

όλη νύχτα με κυνηγάει αδυσώπητα

το Μαύρο με τα τρομερά

κι αναρίθμητα πρόσωπα

                           («Αρένα»)

 

Μόνο που τώρα φαίνεται πως βγαίνει από την αυστηρή προσωπική απομόνωση με μια πιο κοινωνικοποιημένη υπαρξιακή αγωνία. Η παρατήρηση των κοινωνικών πραγμάτων και ο στοχασμός πάνω σ’ αυτά που συμβαίνουν πίσω από τη φωτεινή και πολύχρωμη επιφάνεια φαίνεται πως έχει γίνει ο στόχος της ζωής του.

     Η συλλογή περιλαμβάνει δύο ενότητες. Στα ποιήματα της πρώτης ενότητας, με τίτλο «Το μεγάλο κυνηγητό», ο αναγνώστης θα διακρίνει τα προσωπεία του μαύρου, τον εφιάλτη και την αγωνία· όλα τα σύμβολα του θανάτου, του αδηφάγου χρόνου, της μοίρας των θνητών, της τελικής κατάληξης κάθε ζωντανού, αλλά και πολλών άλλων. Μόνο που ο Κουτσούνης δεν καταδέχεται μάταιες και φρούδες ελπίδες, άλλη ζωή, φύλακα άγγελο ή ψυχοπομπό. Κοιτάζει κατάματα το μαύρο. Το αποκαλύπτει, το φέρνει στο φως, δείχνει τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί για να μας παραπλανήσει. Αρνείται ψεύτικες παρηγοριές και μεταφυσικούς παραδείσους. Κι ακόμα έχει το θάρρος να απορρίψει.

     Στη δεύτερη ενότητα, με τον τίτλο «Η πύλη», οι Παραλλαγές του μαύρου αναφέρονται στον σκοτεινό κόσμο των νεκρών και μιλούν για το συντελεσμένο πλέον κακό. Η αίσθηση της σχέσης με τα τραγούδια του Χάροντα και του Κάτω Κόσμου είναι έντονη.

 

[…]

εκεί τραγούδια δεν ακούγονται

τα όργανα δεν παίζουν

όλοι σκυφτοί δουλεύουνε στ’ απέραντο χωράφι

σκάβουν και οργώνουνε για τον Μεγάλο Αφέντη

και προκοπή δε βλέπουν

σπέρνουνε και θερίζουν κάρβουνο κι αλάτι

για τη μεγάλη χάρη του

ολημερίς μαζεύουνε

το βράδυ εκείνος τα σκορπίζει

κανείς δεν ξανασαίνει

κι αν κάποιος αποκάμει

μαστιγώνεται αλύπητα

και ξαναρχίζει απ’ την αρχή

[…]

                                               («Η έξοδος»)

 

Ο Κουτσούνης δείχνει να αναμεταδίδει βιωμένα πάθη. Σαν να είναι μέσα και έξω από το είναι του. Πάσχων και παρατηρητής του εαυτού του. Η απόλυτη φρίκη δίνεται με απόλυτη φυσικότητα. Ο θεατής, το θύμα, ο πάσχων, αντιμετωπίζει ως φυσικό το αποτρόπαιο, το βίαιο, το παράλογο, το εφιαλτικό.

     Σε όλες τις Παραλλαγές, ενώ στο πρώτο επίπεδο το μαύρο φαίνεται ότι εξισούται με το θάνατο της ύλης, ο θάνατος, σε δεύτερο επίπεδο, μπορεί να είναι η κάθε μορφής επιθετικότητα και εγκληματικότητα που αναπτύσσεται στη σύγχρονη κοινωνία. Έτσι, στα σημαινόμενα του μαύρου περιλαμβάνονται όλοι οι θάνατοι, κυριολεκτικοί και μεταφορικοί. Θάνατος του ανθρώπου αλλά και θάνατος της κοινωνίας. Θάνατος του πολιτισμού, θάνατος της ειρήνης, θάνατος των θεσμών. Διότι όλοι οι μετέχοντες στις Παραλλαγές, από το δικό τους πόστο, επιδεικνύουν με θράσος και από μια μορφή θανάτου: Πτώση, ευτέλεια, βεβήλωση, κερδοσκοπία, τζόγο, ληστεία, ψυχρότητα του εκτελεστή, κυριαρχία της δύναμης.

     Μια καλή αναλογία των ποιημάτων της συλλογής θα μας έδιναν οι πίνακες του Ιερώνυμου Μπος  ή οι εφιαλτικές τιμωρίες των αμαρτωλών της Καπέλα Σιξτίνα. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε επίσης ότι ανακαλύπτουμε μια νέα Εποχή στην κόλαση, ανάλογη με αυτή που μας παρέδωσε ο Rimbaud. Και είναι πολλές οι διακειμενικές αναφορές που θα μπορούσαμε να κάνουμε σε άλλα κείμενα, τα οποία φωτίζουν με τον τρόπο τους και από τη δική τους εποχή το πρόβλημα. Οι διακειμενικές αυτές αναφορές δείχνουν πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του ποιητή και πόσο μακριά φτάνουν για να αγγίξουν το θέμα του.

     Οι Παραλλαγές του μαύρου είναι ένας πολυεπίπεδος και πρισματικός προβληματισμός για τον κόσμο μας και τη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου.

     Η τελευταία συλλογή, σύνθεση του 2004, έχει τον τίτλο Η τρομοκρατία της ομορφιάς. Σ’ αυτήν ο ποιητής έχει απέναντί του, σε όλες τις παραλλαγές της, την ομορφιά. Μόνο που το θέαμα δεν είναι ούτε ανώδυνο ούτε ακίνδυνο. Γιατί η ομορφιά θέλει δύναμη να την αντέξεις.  Η ομορφιά μπορεί να καταστρέψει, όπως περίπου λέει το μότο του Yves BonnefoyCelle qui ruine l’ être, la beauté– που προτάσσει ο ποιητής στη συλλογή.

     Εδώ, σ’ αυτή τη συλλογή, συμβαίνει κάτι παράξενο. Το πρώτο ποίημα έχει τον τίτλο «Επίλογος», σαν να μπαίνουμε σε μια ιστορία από το τέλος. Σαν να κοιτάμε το πράγμα όχι από τη φωτεινή, αλλά από τη σκοτεινή του πλευρά. Σαν να κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.

     Και πάλι θα αναφερθώ στον Πενθέα, γιατί και πάλι ο ποιητής προσφέρει σε μυστικό δείπνο τα μέλη του στις Βάκχες. Όπως και ο άλλος ομότεχνός του, ο μουσικός Ορφέας, που σπαράχτηκε και τα μέλη του σκορπίστηκαν στο πέλαγο. Και οι μύθοι κρύπτουν νουν αληθείας, λέει ο Κάλβος.

     Και ο «νους» της «αληθείας» συνίσταται στο ότι το ποίημα, όπως και κάθε τι καλό στον κόσμο, απαιτεί θυσία και πάλη με το τέρας. Κι ο Κουτσούνης μπαίνει στη δοκιμασία να παλέψει με το τέρας, την ποίηση δηλαδή, που μεταμορφώνεται με τα διάφορα προσωπεία της σε ερωτική και προκλητική γυναίκα, καθημερινή και μυθική, διεκδικώντας κομμάτι από τη σάρκα του. Ο αγώνας για την κατάκτηση της ποίησης, όπως και του έρωτα, «έργον ατελεύτητον» κατά τον Ανδρέα Εμπειρίκο, μοιάζει με αχόρταγη και αδηφάγα ερωτική πάλη.

 

[…]

και τ’ αγκίστρι σου χταπόδι                                                                                

σφίγγοντας στα πλοκάμια του

το βλέμμα μου

                          καθώς άδειαζε από φως

για να πληρωθεί την τρομερή ομορφιά

των ποιημάτων σου

                                  («Απόσταγμα»)

 

Κι ακόμα μοιάζει με αδηφάγο και σπαρακτικό θάνατο, που οργώνει τα σπλάχνα σε ολονυκτία δραματική, από την οποία ποίημα και ποιητής βγαίνουν ακρωτηριασμένοι. Ο ποιητής σαν τον Ιακώβ παλεύει όλη νύχτα με τον άγγελο κι η πάλη αυτή είναι η δύναμή του. Πώς αλλιώς να το ορίσει κανείς αυτό το ποίημα-γεγονός παρά ως σάρκα εκ της σαρκός του, οστούν εκ των οστών του; Μια Εύα που αποσπάστηκε από το πλευρό του Αδάμ και άφησε έντονα τα σημάδια της πληγής. Το ποίημα είναι λεία από τις δαγκωνιές του αόρατου, ελεύθερο και δικό του συνάμα.

     Η δημιουργία του ποιήματος επιπλέον μοιάζει με τη δημιουργία του κόσμου, αλλά και με τη γέννηση του ανθρώπου. Αγώνας και αγωνία, οδύνη και ηδονή διαπλέκονται. Το ποίημα είναι δεμένο με ομφάλιο λώρο στο δημιουργό του· πίνει από το αίμα του, ρουφάει από την πνοή του, κλέβει από τη δύναμή του, στοιχειώνει τα όνειρά του, σπαράζει τα σωθικά του, ζητεί να αποσπαστεί από τον αμνιακό σάκο, να γεννηθεί.

 

συνήθως ωριμάζω στο συρτάρι                                                 

όπως το έμβρυο στην κοιλιά

 

προτού διψάσω για οξυγόνο

ανασαίνω τα νερά                                                                       

του αμνιακού μου σάκου

 

τρέφομαι με τις σάρκες μου

καταβροχθίζω τις ασχήμιες                     

τα περιττά κιλά

ώσπου η όρασή μου                                                                                

να ευφρανθεί στον καθρέφτη                                                     

της αυταρέσκειάς μου                                                                

 

μεστώνω στο σκοτάδι                                                                  

 

έτοιμος να γεννηθώ                                                                     

στο φως των ματιών σου                        

                                         («Τοκετός»)

 

     Για να κατακτήσει λοιπόν ο ποιητής την ποίηση γίνεται κλέφτης, ωτακουστής, νυχτοφύλακας του ωραίου και του ασύλληπτου, μέχρι κάποια στιγμή να καταφέρει να κερδίσει ψίχουλο από τον ουρανό της ομορφιάς.

     Βέβαια, το «Ποίημα» είναι «το ανέκφραστο»,

          

αγέρωχο πάντα διαφεύγει

μεσ’ απ’ τα χέρια του ποιητή·

          

μοιάζει με το γεφύρι της Άρτας:

       

[…]

κι εγώ ενεός

έμεινα ν’ αντικρίζω το χαρτί

βαθιά καμάρα γιοφυριού

που μέσα γυάλιζε προκλητικά

το δαχτυλίδι

                     («Του γιοφυριού της ποίησης»)

 

     Όποιος συστηματικά παρακολουθεί την πορεία του Στάθη Κουτσούνη εύκολα αναγνωρίζει πως ο ποιητής δεν μετακινήθηκε από το στόχο του. Παραμένει πιστός στο πόστο του, καιροφυλακτεί την ομορφιά –την ποίηση– για να της αποσπάσει από το μεγάλο καρβέλι το δικό του μερίδιο, να αποσπάσει από την Κυρά Πούλια τη δική του μικρή Μάγια, να κρυφοκοιτάξει στα άδυτα του παραδείσου, να κατεβεί στον Άδη, να φέρει την Ευρυδίκη στο φως, να κονταροχτυπηθεί με τον δράκοντα και να γεννήσει το στίχο. Το πρωί, εξουθενωμένος από την ολονύκτια πάλη και την ερωτική ολονυκτία, θα κοιμηθεί ως Ενδυμίων, που η Σελήνη τον φίλησε κι αυτός παρέμεινε ωραίος.

 

Ανθούλα Δανιήλ

__________________

 

Περιοδικό «Πόρφυρας», τεύχος 118, Ιανουάριος-Μάρτιος 2006, σελ. 675-679

 

Σημείωση: Η παραπάνω μελέτη αναφέρεται στις τέσσερις πρώτες συλλογές του ποιητή.

 

 

Στάθης Κουτσούνης, Έντομα στην εντατική, Μεταίχμιο 2008

 

Τρεις κριτικές καταθέσεις

 

 

Δημήτρης Κόκορης ΔΙΑΒΑΖΩ, τεύχ. 495, Απρίλιος 2009

Υπερρεαλίζουσα υπαρξιακή λάμψη

 

Τα Έντομα στην εντατική, πέμπτη ποιητική κατάθεση του Στάθη Κουτσούνη, επαναδιατυπώνουν την υπαρξιακής στόφας θεματική του ποιητή (έρωτας, χρόνος, θάνατος), αποτυπώνοντας τον εσώτερο εαυτό μέσα στο παράλογο μιας αντιφατικής και περίπλοκης καθημερινότητας. Επίσης, συμβάλλουν σε υψηλό βαθμό στην εδραίωση μιας νεωτερικής εκφραστικής ταυτότητας, η οποία δείχνει να συνδέεται άρρηκτα με το δημιουργικό ξάφνιασμα που προκαλείται από την υπέρβαση της ρεαλιστικής και λογικής κανονικότητας: «[…] ώσπου ανοίγουν απότομα / τα θυρόφυλλα της ντουλάπας / και τινάζονται έξω / μια λεοπάρδαλη κι ένα βιζόν / σπάνε την μπαλκονόπορτα και ορμούν / σίφουνες προς τη μεριά του δάσους […]»…

     Οι εικόνες παραμένουν έλλογες, αν και μη επιβεβαιώσιμες με όρους ρεαλισμού, κατορθώνοντας να εκφράσουν τη φρίκη, το φόβο, τα τραύματα της ψυχής, την περιπλοκότητα των βιωμάτων. Η υπερρεαλίζουσα αύρα των στίχων δεν εκπηγάζει από την ολική διάσπαση του έλλογου ειρμού, αλλά από μη αναμενόμενες εικόνες και συζεύξεις, που κλυδωνίζουν την καθεστηκυία λογική και υποσκάπτουν την καλλιλογίζουσα κοινοτοπία: ο «πεινασμένος γάτος» δεν είναι παρά «ο κάλαθος των αχρήστων» (σελ. 19) της συγγραφικής δουλειάς· τα «θηριάκια» [που] ρουφάνε ακόρεστα αίμα» (σελ. 20) είναι παιδιά εφηβικής ηλικίας· η «σκλάβα που εγκλωβίστηκε / στης ξενιτιάς τα σίδερα / χωρίς να ξαναβρεί ποτέ / το δρόμο για το δάσος» δεν είναι παρά μία πολυθρόνα (σελ. 37).

     Ο οικείος γλωσσικός τόνος συλλειτουργεί με μία υψηλόβαθμη δραματικότητα: σε κάθε ποίημα ανιχνεύεται πυκνή διαδοχή εικόνων, βιωμάτων και συναισθημάτων, γεγονός που προικίζει τους στίχους με εσωτερικό ρυθμό, απόμακρο από τη μονόχορδη στατικότητα του παρωχημένου λυρισμού. Ρυθμικά δικαιωμένος, τέλος, είναι και ο ελεγχόμενος εμπλουτισμός των ελεύθερων στίχων με στίχους έμμετρης δυναμικής… Επειδή η ανάμειξη ελεύθερων και έμμετρων στίχων γίνεται με ισορροπημένο και όχι με κραυγαλέο τρόπο, διαμορφώνεται σε ελκυστική ρυθμική παράμετρο...

 

 

Τιτίκα Δημητρούλια ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, τεύχ. 86, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009

Οι αναπάντεχες μεταλλαγές του καθημερινού

 

Ο Στάθης Κουτσούνης, με την πέμπτη του ποιητική συλλογή, Έντομα στην εντατική, επιβεβαιώνει την επιλογή του, εκπεφρασμένη ήδη στην Τρομοκρατία της ομορφιάς, να βάλει για τα καλά τη βία στο παιχνίδι της καθημερινότητας και του μυαλού… Κι αν η τάση αυτή εντοπιζόταν και νωρίτερα στην ποίηση του Κουτσούνη, η επίγνωση του κατακερματισμού του κορμιού και του μυαλού, του κανιβαλισμού της δημιουργίας και του έρωτα, προϊόντος του χρόνου ενισχύεται, με τις συνεχείς μεταμορφώσεις των ανθρώπων και των πραγμάτων. Αυτές οι μεταμορφώσεις κυριαρχούν στα νέα του ποιήματα, όπου ο λιτός, απογυμνωμένος από ψιμύθια, λόγος ξεφλουδίζει την καθημερινή εμπειρία και καταγράφει τις αναπάντεχες μεταλλαγές και μεταλλάξεις της…

     Τα ποιήματα του Κουτσούνη στη συλλογή αυτή μιλούν για τη Λερναία Ύδρα του μέσα κόσμου, τον δαίδαλο των απωθήσεων και τον εμμονών, των φόβων και των τύψεων που επανέρχονται ξανά και ξανά, για το επικίνδυνο εντός που απειλεί εξίσου με το εκτός. Για όσα έφυγαν και δεν γυρίζουν πια, πρόσωπα και φωνές, σαν των εξαφανισμένων που τα βράδια επιστρέφουν ζητώντας αίμα για να ενσαρκωθούν. Για αναμνήσεις και ενοχές, για την επίγνωση της φθοράς και του θανάτου, το ανέφικτο της ένωσης με τον άλλον – και όχι μόνο όταν βγάζει τα πέπλα του σε κάμαρες εικονικές, όπου βουίζει το ανικανοποίητο. Για τη ροή του χρόνου που τα νερά του διαρκώς γυρίζουν, αναπάντεχα, παρασέρνοντας το ποιητικό υποκείμενο ανάντη και κατάντη, μετατρέποντας το γαμπρό σε τεθνεώτα και τον κραταιό, παρότι ενοχικό, άντρα σε αδύναμο γέροντα που καταλήγει κάτω από τη χλόη – σε σύντομες σκηνές με έντονη θεατρικότητα, εστιασμένη στην ανατροπή του τέλους. Για τα πράγματα που αποφασίζουν να επιστρέψουν στη φυσική κατάστασή τους – γούνες, δερμάτινα, παπούτσια, πολυθρόνες και λοιπά έπιπλα. Άλλα τρέχουν να ξαναζωντανέψουν και άλλα απλώς εγκαθίστανται με νέες μορφές στο ρευστό τοπίο. Ακολουθεί ο σπαραγμός των βιβλίων που νιώθουν ότι περισσεύουν και η λάμψη των τεχνολογικών αντικειμένων που καταβροχθίζουν –για αρχή– την καθημερινή χειρονομία. Αυτή η τρομακτική συνάφεια ανάμεσα σε άψυχο και έμψυχο ανοίγει την οδό των μεταμορφώσεων, άλλοτε με βόγγους και οδυρμούς και άλλοτε με εικόνες ειδυλλιακές, νοσταλγικές μιας προτεραίας και προ πολλού απωλεσθείσας ενότητας.

     Σ’ αυτόν τον κόσμο των πραγμάτων στέκεται το ποιητικό υποκείμενο και παρακολουθεί τις αλλαγές, αλλότριες και δικές. Με ψυχραιμία, με καρτερία. Χειρονομίες, κινήσεις, νεύματα της καθημερινότητας μεγεθύνονται στο νου και στο χαρτί, γίνονται φορείς ενός μηνύματος σκοτεινού και επικίνδυνου. Ο οικείος χώρος του σπιτιού γεμίζει παγίδες και άγρια σαρκοβόρα ζώα, η νύχτα γεμίζει ήχους και παρουσίες φευγαλέες και τρομερές... Υπάρχει όμως και μια επιθυμία ζωής έντονη, οριζόμενη από την ίδια αυτή την παρατήρηση και την επιθυμία της γνώσης, συναρτώμενη με μια επιθυμία διακινδύνευσης που υπαινίσσεται ότι δεν έχουν όλα παιχτεί ούτε χαθεί, κι ότι υπάρχει πάντα ο χρόνος –η ευκαιρία;– μιας επικοινωνίας με την ενσαρκωμένη σιωπή, με τη συμβολοποιημένη απώλεια της νεότητας, με την «Αμίλητη», στην άγνωστη γλώσσα που ξομπλιάζει στα τυφλά, ψιλοβελονιά στο εργόχειρό της. Όταν το ποιητικό υποκείμενο αφήνει επιτέλους τις χάντρες της φωνής της γάργαρα να κυλήσουν στο αίμα του.

     Η σιωπή λοιπόν, η προς τα μέσα γλώσσα,  ή μήπως η άλλη γλώσσα, η ανανέωση της γλώσσας, ποιητικής και μη;

     Ο «Πρόλογος» πάντως, επιλογικός, τα λέει όλα: αρχή και τέλος είναι ένα, κραυγή και ψίθυρος μιας ζωής που ανοίγει και κλείνει, παρτίδα κατακόκκινη, κι ο άνθρωπος κι ο ποιητής εγκλωβισμένοι σε πύρινο στεφάνι αναζητούν μια σωτηρία από τον εαυτό τους και τον άλλον. Από την ίδια τη γραφή. Απ’ όλα όσα δεν μπορούν την ίδια στιγμή παρά να ποθούν και να λαχταρούν.

     Με στίχο ολιγοσύλλαβο και ρυθμό εσωτερικό που πολλά χρωστάει στον διασκελισμό και την ανάδειξη συχνά –αποφθεγματική– του τελευταίου στίχου, με γλώσσα εκ προθέσεως λιτή και καθημερινή, ο Κουτσούνης χαρτογραφεί το μετέωρο του ανθρώπου και μετέωρο το αφήνει. Σε ποιήματα με στέρεο βηματισμό.

 

 

Αλέξης Ζήρας Κ, τεύχ. 20, Ιούνιος 2010

Ένα μετα-σαχτουρικό σύμπαν

 

Ο Στάθης Κουτσούνης είναι ποιητής που γι’ αυτόν έχει σημασία η σκηνοθετική αντίληψη του χώρου. Ακόμα και όταν ο χώρος αυτός, ο νοερός ή άμεσα βιωμένος, καθώς και η διάταξη των πραγμάτων που περιέχει, διασαλεύονται και χάνουν την ευστάθεια, το ότι βρίσκονται δηλαδή πάντοτε στο σημείο όπου τα έχουμε μάθει, αλλά χάνουν και τη συμβατική τους μορφή: αλλάζουν σχήμα, συρρικνώνονται ή φουσκώνουν ή ακόμα παίρνουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: πρώτα, γιατί στην ποίηση του Κουτσούνη επιβιώνει ένας ιδιότυπος εξπρεσιονισμός, «σύμφωνα με τον οποίο» η διαστολή ή η συστολή του περιβάλλοντος ακολουθεί τη διάθεση της ύπαρξης...  Έπειτα, γιατί πρόθεση του ποιητή, σε όλα σχεδόν τα κομμάτια που περιέχουν τα Έντομα στην εντατική, είναι η αναδιάταξη, η ανατροπή. Έτσι, η σκηνοθετική βούληση επεμβαίνει για να δώσει στο ποίημα ένα άλλο νόημα από το αρχικό. Εν τέλει, να δημιουργήσει μιαν άλλη πραγματικότητα, ρευστή και, όπως είπαμε, ασταθή. Με λίγα λόγια, το ποίημα για τον Κουτσούνη είναι ένα δρώμενο, μια ιστορία, μια αφήγηση που ενώ αρχίζουν και σχηματίζονται με έναν τρόπο οικείο, αποδίδοντας μια συνήθη όψη της καθημερινότητας, απότομα και απροειδοποίητα μετακομίζουν σε ένα πεδίο μιας άλλης πραγματικότητας, την οποία θα την έλεγα ανορθόδοξη ή παράδοξη, αλλά με κανέναν τρόπο αδιανόητη.

     Οι ποιητικές αυτές αφηγήσεις έχουν την εσωτερική τους λογική, οσοδήποτε και αν αυτή, για να μας μεταδώσει το ανατρεπτικό της νόημα, αποδιοργανώνει εσκεμμένα κάθε μορφή ευταξίας και συγχέει, επίσης εσκεμμένα, όλες τις χρονικές διαστάσεις που συμβατικά τις χωρίζουμε σε παρελθούσες και παρούσες. Η ανατρεπτική ετούτη τεχνική φαινόταν και στην προηγούμενη προ πενταετίας συλλογή του Κουτσούνη, την Τρομοκρατία της ομορφιάς, εδώ όμως, στα ποιήματα των Εντόμων στην εντατική, είναι πιο ευκρινής. Και τούτο διότι ο λόγος του ποιητή είναι ακόμα περισσότερο γυμνός, περισσότερο διαυγής, με μια καθαρότητα σχεδόν χειρουργική που εντείνει την τραγικότητα του νοήματος: το μοιραίο της ζωής και του θανάτου, το μαύρο και δυσοίωνο που υπάρχει ως σκεπτικισμός πίσω από την ομορφιά, η διαρκής παρουσία των απόντων που διεκδικούν και παίρνουν το κομμάτι της ζωής-μνήμης που τους ανήκει. Χωρίς, ωστόσο, να γίνονται όλα αυτά με συναισθηματικές εντάσεις. Όχι σπάνια ο ποιητικός λόγος φέρεται μέσα από μια δοκιμιακή οξύτητα, ένα λόγιο κατευνασμό, έστω και αν αναπαριστάνονται καταστάσεις απολύτως φανταστικές ή ονειρικές. Το πόσο φροντισμένη είναι η χειρουργική ακρίβεια της γλώσσας φαίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως, λόγου χάριν, του ποιήματος «Ο γαμπρός», όπου σε μια ρευστή, έντονα ονειρική κατάσταση, ο αφηγητής μετακινείται συνειρμικά από τη γαμήλια στην επικήδεια τελετή του, δείχνοντας έτσι πόσο ατελή (και μάταια) είναι τα όρια ζωής και θανάτου, χαράς και λύπης, γέλιου και θρήνου. Επιπλέον όμως σ’ αυτό το ποίημα που το θεωρώ, από δομική και οργανική άποψη, ως ένα από τα πιο σωστά οργανωμένα της συλλογής, αξίζει να προσέξουμε πως, εκ προθέσεως σίγουρα, δεν έχει χρησιμοποιηθεί από τον ποιητή ούτε ένα επίθετο. Μα και σε άλλα, όπως η «Βδέλλα», «Η απόδραση», ο «Πεινασμένος γάτος», το επίθετο απουσιάζει τελείως ή χρησιμοποιείται με εξαιρετική φειδώ, και τούτο, προφανώς, για να είναι η εικόνα ή η φράση πιο δραστικές, πιο κοντά στην κυριολεξία που θέλουν να προβάλλουν η ποιητική λογική και η φαντασία που διέπουν τα Έντομα στην εντατική.

     […]

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ

 

δίδυμα

 

Ο ήλιος πάλλεται στων πελαργών τα πέλματα

Και λάμπει η λέξη στον ομφάλιο λώρο της ροής

 

Αλκολική βροχή θα νίψει το κορμί σου

Για να καώ στον ίσκιο σου

 

Ανθισμένη θάλασσα σπαρμένη μύδια

Κόκκινος ουρανός χλωρός σαν φωτιά

 

Η ώρα θρυμματίστηκε

Στις κόρες των ματιών σου

 

Κάτω απ’ τον ίσκιο της φωτιάς καθόμουν

Κι αγνάντευα το βόμβο του έρωτά μου

 

Αγνάντευα τη θάλασσα

Και μου ’βγαζε τη γλώσσα

 

Μες στο μυαλό μου πυρκαγιά

Ωσάν εμφύλιος πόλεμος

 

Η βροχή πέφτει οριζόντια προς τη γη

Κομματιάζεται στις κόχες των υψωμένων χεριών

 

Η ζωή μου ξετυλίγεται σαν ήχος μετάλλου φυλακής

Σε ώρα απόδρασης φυλακισμένου

 

Πεσμένο πουλί απ’ του ήλιου το στόμα

Το κορμί σου

 

Τα φλογισμένα κι ατίθασα κορίτσια

Πυρκαγιά με μια χαίτη καπνού στο κεφάλι

 

Κάτω απ’ τους φλοίσβους του φορέματός σου

Κρύβεις όμορφο μαύρο περιστέρι

 

Χαίρε Όμορφη

Ο μελλοθάνατος σε χαιρετά

 

[από την ποιητική συλλογή: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987]

 

ερωτικό

 

Έμοιαζες με το κύμα

 

Τα μαλλιά σου μαύρα σπειρωτά φίδια

Κροταλίζανε στο φύσημα του αγέρα

Εκτελεστές ορχήστρας στη συναυλία της θάλασσας

 

Τα μάτια σου            λεπίδες

Τα χείλη σου φωτός φουσκώματα

 

Κι όταν ερχότανε το σούρουπο

Κι εστέκοσουν μπροστά στον ήλιο που έφευγε

Το σώμα σου

Έπαιρνε γεύση απ’ το θεό

Καθώς απάνω του

Χίλια σκυλιά

Μαζί με τρεις αγγέλους

Ανάδευαν του δέρματος την ταραχή

 

[από την ποιητική συλλογή: Σπουδές για Φωνή και Ποίηση, 1987]

 

ο πνιγμός του ζώου

 

κάτω απ’ το δέρμα ιππικό καλπάζοντας

λέξεις τρυπωμένες στο αίμα

παραμονεύοντας τον επόμενο σπασμό να δραπετεύσουν

 

από τα μάτια ξεχύθηκαν κρατούμενοι

τα στήθη σου σήκωσαν φτερά καρφώνουν το φεγγίτη

 

τράβηξες τότε απ’ τα θολάμια του κορμιού

σκυλιά ουρλιάζοντας την έβδομη αίσθηση

το φύλο σου έγινε ναός

μάγοι και ιερείς τελετουργούσαν θαύματα

πυρσοί απ’ τις τρύπες σου έβγαιναν

ανάβαμε σύσσωμοι

 

μ’ έπνιγες και στον πνιγμό μου πνιγόσουνα

κι αργά αργά γινόμαστε

καμένα σπίτια που σβήνουν

και σύννεφα καπνού βγάζουν ακόμη

 

[από την ποιητική συλλογή: Τρύγος αιμάτων, 1991]

 

μάσκες

 

το στήσαν στη σέντρα και το κυνηγούν

είκοσι δύο γόηδες με καυτά

σορτσάκια και λαστιχένια χαμόγελα

 

το παιχνίδι σικέ

οι διαιτητές πουλημένοι

στις πλάτες της ιστορίας γράφουν

το φύλλο αγώνα

μουγκρίζει η εξέδρα

κλίκες φιλάθλων βλαστημώντας

να μπει γρήγορα γκολ

                                ν’ απογειωθούν

οι χούλιγκανς ορμάνε στο γήπεδο

απειλούν με λοστούς και αλυσίδες

πετάνε μολότοφ ουρλιάζουν

κι απ’ το σημείο του πέναλτι

λυσσαλέα καρφώνουν στα δίχτυα

 

το κεφάλι του ποιητή

 

 

(δε θα τερματίσει ποτέ

αυτό το ματς

αυτή η τρομοκρατία)

 

[από την ποιητική συλλογή: Τρύγος αιμάτων, 1991]

 

το καρέ

 

όλοι σκυμμένοι στα χαρτιά τους

κανένας δε μιλούσε

κάποιος έβγαζε απ’ το μανίκι του άσους

κι άλλος μετρούσε πιθανότητες

μιας μπλόφας

 

ένας τότε πετάει ντάμα καρό

κι η φιγούρα απ’ το τραπουλόχαρτο

ζωντάνεψε ακαριαία

γυναίκα με βλέμμα δηλητήριο

 

με κομμένη ανάσα την κοίταζαν

ώσπου άπλωσε το χέρι και σημάδεψε

αυτόν που έκανε κάσα

 

κι εκείνος με μάτι πικραμένο

άρχισε να γδύνεται

κι ύστερα μίκραινε

μίκραινε διαρκώς

μέχρι που τον άρπαξε η Ντάμα

και χάθηκαν σε μαύρη αχλύ

 

λευκό και άδειο το τελευταίο χαρτί

πάνω στο πράσινο τραπέζι

όπως η καρέκλα του συντρόφου τους

 

[από την ποιητική συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]

 

η γεροντοκόρη

 

θα σε πάρω της είπε

αλλά εκείνη αναρίγησε

και τον κοίταξε συγχυσμένη

 

ο καιρός έτρεχε κι ολοένα περίμενε

δίχως ν’ αποφασίζει

 

ο ένας της μύριζε ο άλλος της βρομούσε

κι έμεινε στο ράφι

 

ώσπου μια νύχτα χτύπησε

η πόρτα του ύπνου της

 

φορούσε μαύρο παπιγιόν

και σακάκι με χρυσά κουμπιά

 

σαν άγγελος της φάνηκε

 

πέρασαν τότε αστραπιαία

απ’ την οθόνη του μυαλού της

οι άντρες απ’ το βαθύ παρελθόν

που τη ζητούσαν παράφορα

μα όλο κάτι τους έβρισκε

κάποιο ψεγάδι ή μια διαίσθηση

και τους απέρριπτε

 

αυτός τώρα φαινόταν αψεγάδιαστος

η διαίσθηση όμως αρνητική

ωστόσο δεν κατάφερε ν’ αντιδράσει

είναι που ’χαν κυλήσει και τα χρόνια

τη βασάνιζε κι η μοναξιά

και δεν άντεχε πια κι αυτό το στίγμα

της γεροντοκόρης

 

ήρθα για να σε πάρω της ξανάπε

ετοιμάσου βάλε το νυφικό σου

εγώ θα καρτερώ

στην άκρη του ύπνου

στην άκρη του κρεβατιού σου

και πριν ξυπνήσεις θα σε πάρω

οριστικά

 

είπε κι εξαφανίστηκε

απ’ τ’ άκλειστα μάτια της

ο Γαμπρός

με το μαύρο παπιγιόν

και τα χρυσά κουμπιά

 

[από την ποιητική συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]

 

το αντίδοτο

 

σ’ αυτή που ήρθε

 

ένα Μα-

χαίρι τρυπώνει απ’ τις γρίλιες

βράδυ και με φοβερίζει

 

με στριμώχνει στη γωνία

κραδαίνει τη λεπίδα του

κι εγώ λιωμένος απ’ το φόβο

κλαίω κι εκλιπαρώ

 

υποκρίνεται πως φεύγει

και κρύβεται πίσω απ’ την κουρτίνα

 

κι όταν με παίρνει ο ύπνος

έρχεται αθόρυβα και πελεκάει τα χέρια μου

ακρωτηριάζει τη γλώσσα

μαχαιρώνει τα όνειρα

σκίζει με μίσος τα γραπτά μου

 

ξυπνάω και πονώ ολόκληρος

κάνω να ορμήσω απάνω του μα δεν έχω χέρια

κάνω να το βρίσω μα δεν έχω γλώσσα

κάνω να πιαστώ απ’ τα όνειρα και τα γραπτά μου

μα είναι κομματιασμένα

 

συλλογίζομαι τότε ένα ποίημα περίστροφο

που θα το κόψει στα δυο

 

[από την ποιητική συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]

 

το φλιτζάνι

 

καταμεσήμερο μια γύφτισσα

χτύπησε την πόρτα

για να μου πει τη μοίρα

να πει το ριζικό μου

 

δε θέλω της λέω να ξέρω

μα εκείνη επέμενε κι εγώ

δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ

στα θέλγητρά της

 

φτιάξε καφέ με πρόσταξε

κι έστριψε τσιγάρο

κάθισε σταυροπόδι

και με κοίταξε βαθιά

άπληστα με ρουφούσαν

τα μάτια της

 

δρόμο μακρύ θα πάρεις

και θα πας στα Ξένα

λαγκάδια και όρη θα περάσεις

και ποταμούς απέραντους

σε κακοτράχαλα ψηλώματα

θα πιλαλάς ξυπόλυτος

αγκάθια μυτερά θα σε καρφώνουν

κι όσα πολύτιμα θα κουβαλάς

περαματάρηδες θα σ’ τα φάνε

στα τελωνεία

 

σηκώνει τότε το βλέμμα

και με πικρό μειδίαμα

τι χάζεψες με αποπαίρνει τρυφερά

βάλε στον πάτο το δάχτυλό σου

και στρίψ’ το με δύναμη

κι ύστερα ασήμωσε να συνεχίσω

 

βλέπεις αυτή την τρύπα στο βάθος

μέσα βουίζουν οχιές γκαστρωμένες

με στόμα τοξικό και πεινασμένο

εδώ ζωντανός κανείς δεν περπατά

κανένας δε διαβαίνει

ούτε δέντρα φυτρώνουνε

ούτε πουλιά πετάνε

το κρύο είναι βαρύ κι η υγρασία αφόρητη

σαν σπαστικά τρέμουν οι άσαρκοι

κι αν φτάσει κάποιος κατά δω

μια σκελετωμένη καρτερεί στην άκρη

και τον κερνάει αίμα πηχτό

τον τόπο του να λησμονήσει

 

κι η στράτα η δική σου άντρα μου

οδηγεί ανεμπόδιστα σ’ αυτήν εδώ

τη Μαύρη Τρύπα

 

[από την ποιητική συλλογή: Παραλλαγές του μαύρου, 1998]

 

Ελένη

 

καθόταν μόνη στον κοιτώνα                                      

η ακόλαστη σάρκα της συντηρούσε τη μνήμη

και στο μυαλό της έρχονταν

σκηνές από τον πόλεμο

παλικάρια που πέσανε για χάρη της στη μάχη

ήρωες που λιώνανε για ένα άγγιγμα

για μια ματιά της

 

της άρεσε κι ο Πάρις κι ο Μενέλαος

και τόσοι άλλοι Τρώες και Έλληνες

 

τώρα καθώς κοιτάζεται γυμνή στον καθρέφτη                                      

ξελιγωμένη απ’ τη λαγνεία                                                          

που βράζει αμείωτη στο κορμί της                                            

βλέπει τις ρυτίδες σαν τύψεις                             

για τους εραστές που πόθησε                                                  

μα δεν την κλέψανε

 

και ξεσπάει σε λυγμούς                                                  

όταν φαντάζεται πόσες ακόμη Τροίες    

θα μπορούσε η αχαλίνωτη

μανία της να κουρσέψει                                                                                                                  

 

[από την ποιητική συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

 

η αλήθεια για την Πηνελόπη

 

κάθε βράδυ στον ύπνο της η Πηνελόπη

ονειρευόταν σημεία και τέρατα με τους μνηστήρες                  

 

το πρωί ξυπνούσε πάντα μουσκεμένη                                       

ξεχνούσε τα όνειρα κι έπιανε τον αργαλειό                                

με υπομονή μέχρι πάθους ύφαινε                                                         

το νόστιμον ήμαρ του Οδυσσέα

 

κάποτε εκείνος επέστρεψε                                                                      

βλέπει στο σπίτι του ξένους πολλούς να λυμαίνονται

την περιουσία του να λιμπίζονται

τη γυναίκα του

                            δεν άντεξε

έγινε ανήμερο θεριό που τσάκισε τις αλυσίδες                                     

 

στο κρεβάτι η Πηνελόπη

ένιωσε τον πόθο της να ’χει στερέψει

στην προσμονή      

(ήταν κι αυτός εξαντλημένος)                                                     

γρήγορα την πήρε ο ύπνος                                                         

και το αποτρόπαιο όνειρο                                                                        

 

με γλώσσα βάρβαρη οι μνηστήρες                                             

τη βρόμικη έπλεναν τη σάρκα της          

κι εκείνη ουρλιάζοντας με νύχια λυσσασμένα                   

έκοβε λεπίδι τις φλέβες τους                                        

 

κάθυγρη πετάχτηκε μεσάνυχτα                          

(ο Οδυσσέας δίπλα ξεφυσούσε αποκαμωμένος)

και πήγε στη μεγάλη σάλα

 

ολόγυρα ζεστά κορμιά                                                                       

άχνιζε ακόμη φρέσκο αίμα

κομμένα μέλη ανάμεσα φωσφόριζαν στο λίγο φως   

άγρια τρέμοντας έγλειψε τις πληγές                                                       

δάγκωνε βαθιά πάσχιζε να χορτάσει

 

έβαλε ύστερα στη βαλίτσα της                                                               

τα δώρα που της πρόσφεραν      

είκοσι χρόνια τώρα

κι έφυγε απ’ το παλάτι

προτού ξημερώσει

 

κανείς δεν την ξανάδε από τότε

 

[από την ποιητική συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

 

κρεσέντο                                                                                     

 

είναι ο κίνδυνος που με συνεπαίρνει μέσα σου κι εκείνες οι πτυχές απ’ το κορμί σου δρόμοι που οδηγούν στην παράκρουση                

τα πόδια σου ποτάμια κι η μαύρη τους πηγή καθρέφτης να με  τραβάει αδιάκοπα στα πρώτα μου νερά

κι όταν η φούστα λύνεται ελευθερώνονται πουλιά λάμπει λουσμένος στη δροσιά ο σιτοβολώνας     σιτάρι γεμίζει το κρεβάτι να θρέψει αγρίμια πεινασμένα    

αγρίμια που μουγκρίζουν με απόγνωση γυρεύουνε τροφή να ξεδιψάσουν θέλουνε στη ρεματιά σου ν’ ανέβουν στα ψηλώματα να τσακιστούνε στα φαράγγια σου                     

εσύ ακάθεκτη καρφώνοντας τ’ αριστερό τακούνι στα πλευρά μου ανάσκελα βυζαίνεις την ορμή     να πληρωθεί το στόμα σου το απέραντο                                                                         

κι η γλώσσα μου αμνάδα βόσκει άπληστα το χορτάρι σου το δέρμα αποκάτω αγριεύει     βαθιές ανάσες μάς κυκλώνουν από παντού

                                                          

δεν είναι ο κίνδυνος που με χωνεύει μέσα σου αλλά της ομορφιάς σου ο τρόμος

 

[από την ποιητική συλλογή: Η τρομοκρατία της ομορφιάς, 2004]

       

η μάχη

 

κάθε πρωί που μπαίνω στο γραφείο μου

αντικρίζω στο πάτωμα σκισμένα βιβλία

και τη βιβλιοθήκη άνω κάτω

μέσ’ απ’ τα ράφια ακούγονται βογκητά                         

ενώ ψηλά ορισμένοι τόμοι                                                                      

σαν να επαίρονται και να μειδιούν με θρίαμβο

 

ώσπου ένα βράδυ καμώνομαι τον άρρωστο                  

και διαλαλώ στο σπίτι ότι θα κοιμηθώ τάχα αμέσως                 

τρυπώνω όμως πίσω από την πόρτα

 

βλέπω τότε τα βιβλία

να μάχονται άγρια μεταξύ τους

με λύσσα πασχίζοντας να κρατήσουν

μιαν άκρη στη βιβλιοθήκη

πάλευαν σελίδα με σελίδα

ξεστόμιζαν βλαστήμιες και βρισιές

ιαχές αντηχούσαν στο χώρο                               

 

λίγα φαίνονταν ακαταμάχητα

και μερικά έδειχναν να κερδίζουν

προσωρινά έστω τη θέση τους

αλλά τα πιο πολλά εξανεμίζονταν

και βαριά τραυματισμένα

ή και νεκρά πέφτανε χάμω

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

καταβύθιση

 

έβγαλα βόλτα σήμερα

την κόρη μου στο πάρκο

την κρατούσα απ’ το χέρι και προχωρούσα

στην παιδική χαρά με τις κούνιες

τις τσουλήθρες τις τραμπάλες τα μονόζυγα

 

τι συνέβη τώρα κι έγινε

η κόρη μάνα μου κι εγώ

το παιδί που την άρπαζα

απ’ το φουστάνι κι έτρεμα

να μη μου φύγει και τη χάσω

ποτέ δεν το κατάλαβα αναγνώστη

 

έτρεμα μόνο ελάφι στο δόκανο

κι απ’ την πολλή την ένταση

να τρέξει ο χρόνος

να γλιτώσω από τον τρόμο

έγινα γέροντας

και δίπλα η κόρη μου γυναίκα πλέον

να με βαστάζει από το μπράτσο

βόλτα πηγαίνοντάς με στο πάρκο

σακάτη από τα γηρατειά

 

κι η τρομάρα του παιδιού

είναι αλήθεια μου πέρασε

γιατί εκεί που έφτασα

δεν είχα τίποτα πια να χάσω

 

μ’ αδράχνει τότε ακόμα πιο μεγάλος τρόμος

–που δεν είχα τίποτα πια να χάσω–

πολύ μεγάλος τρόμος αναγνώστη

τόσο μεγάλος και βαρύς που γλιστράω

από της κόρης μου το χέρι

και βουλιάζω

βουλιάζω μες στην καταπράσινη

τη χλόη του πάρκου

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

αυτοπεποίθηση

 

κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο

του διαμερίσματός μου

 

στις ταράτσες η βλάστηση

έχει φουντώσει για καλά

δέντρα μεγαλόκορμα

με εβένινο φύλλωμα ψηλά

σαν καμινάδες που καπνίζουν

πλήθος βλαστοί ευθυτενείς

με παρακλάδια και ροδάμια

όπως κεραίες τηλεόρασης

θάμνοι πλατύφυλλοι σαν ηλιακοί

αμπελώνες γεμάτοι καρπούς

όπως απλώστρες με εσώρουχα

και περιστέρια σαν μανταλάκια

καμουφλαρισμένα κοτσύφια και τσίχλες

σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες

 

πίνακας κρεμασμένος στο στερέωμα

το αστικό δάσος

τέλεια καθηλωμένο

τέλεια στατικό

μακάριο και χωρίς

ανασφάλειες και φόβους

 

και προπάντων χωρίς

τον τρόμο της πυρκαγιάς

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

επιστροφή

 

γύρισα απέξω πεθαμένος

κι ένιωσα επιθυμία να παίξω

μουσική να ανανήψω

 

μπαίνω στο δωμάτιό μου

αλλά η κιθάρα έλειπε

ενώ απ’ το κηπάριο του ακάλυπτου

μελωδίες ανέβαιναν

 

σκύβω έξω και βλέπω ξαλαφρωμένος

με την κεφαλή της ριζωμένη στο χώμα

δέντρο την κιθάρα μου να τραγουδάει

 

δεν είμαι η κιθάρα

είμαι το δέντρο που έκοψαν κάποτε

για να φτιάξουν μια κιθάρα

δεν είμαι δέντρο

είμαι η κιθάρα  που επέστρεψε στο δέντρο

τούτες οι μελωδίες

είναι τα πουλιά που ελευθερώθηκαν

και το ώριμο φως

ανάμεσα στις φυλλωσιές-χορδές

είναι απείκασμα φωνής αδέσμευτης

 

η σιωπή

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

παραίσθηση

 

             μνήμη Μίλτου Σαχτούρη                  

 

όταν οι κληρονόμοι

κάρφωσαν αδίστακτα

το πωλητήριο στο στέρνο του

(ανορθόγραφο μάλιστα)

το σπίτι ξυπολύθηκε τα θεμέλιά του

και με όλα τα έπιπλα

άρχισε να πετάει στον ουρανό

 

ζωντάνεψε κατόπιν ο σφαγμένος                        

κόκορας με το πορφυρό λειρί

σύναξε το αίμα του

από τις τέσσερις γωνίες

τίναξε τις φτερούγες κι ακολούθησε

ουρά στο ιπτάμενο σπίτι

 

ήτανε Καθαρή Δευτέρα

χαρταετοί ανέβαιναν ολοένα

κι ένα παιδί μεταναστών

άστεγο και λιγωμένο

πετάχτηκε απ’ τον ύπνο του

ανάσκελα στο παγκάκι της πλατείας

 

θα ’χει σαλέψει το μυαλό μου συλλογίστηκε

αλλιώς πώς γίνεται να βλέπω

σπίτια και κοκόρια

ανάμεσα σε χαρταετούς

 

βαριά ξανάκλεισαν τα βλέφαρα

κι αποκοιμήθηκε πάλι

 

τότε το σπίτι προσγειώθηκε στον ύπνο του παιδιού

κι ο κόκορας στη χύτρα του σπιτιού

το παιδί ξύπνησε μέσα στο όνειρό του

δεν ήθελε να βγει από το σπίτι

κι έτρωγε ασταμάτητα το κρέας του κόκορα

που δεν σωνότανε ποτέ

 

[από την ποιητική συλλογή: Έντομα στην εντατική, 2008]

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

 

Η Μέριλιν της Ακράτας

 

Ν

τάλα μεσημέρι και το τηλέφωνο χτύπησε δαιμονισμένα. Ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες, τίποτε το διαφορετικό. Όμως το ’βαλε το κακό με το νου της. Έλα γρήγορα στην Πάτρα, της λένε, στο νοσοκομείο. Έπεσε πάνω σε μια νταλίκα στην εθνική… είναι τραυματισμένος. Έφτασε με την ψυχή στο στόμα. Δεν τον πρόλαβε.

Όταν τον πήγανε στο σπίτι, είχε μαζευτεί κόσμος πολύς. Είκοσι δύο χρονών παλικάρι! Τους έβγαλε όλους έξω, κλείδωσε πόρτες και παράθυρα, ούτε την κόρη της ούτε τις αδερφές της δεν άφησε μέσα.

Είχε μια συμπεριφορά περίεργη. Θα ’λεγε κανείς πως της είχε σαλέψει. Δεν έκλαιγε, δεν έσκουζε. Απέξω φοβήθηκαν για το χειρότερο. Η δύστυχη! έλεγαν μέσα στ’ αναφιλητά τους, άλλα ψεύτικα κι άλλα αληθινά. Πρώτα τον άντρα της και τώρα το παιδί της. Πώς ν’ αντέξει η έρμη....

Εκείνη άναψε το θερμοσίφωνα. Πήρε στην αγκαλιά της τ’ άψυχο κουφάρι και το πήγε στο μπάνιο. Του μιλούσε σαν να μην είχε πεθάνει, όπως μιλάει κανείς σ’ ένα μωρό που πρόκειται να το μπανιαρίσει. Άρχισε να τον γδύνει αργά, τελετουργικά, ψελλίζοντας παιδικά τραγουδάκια. Ύστερα τον φιλούσε παντού, τον έγλειφε και γέλαγε, του έκανε παιχνίδια.

Αφού τον έπλυνε προσεκτικά, τον πήρε και τον πήγε στην κρεβατοκάμαρα, τον έβαλε πάνω στο διπλό κρεβάτι της. Τον άλειψε με πούδρες και αρώματα, του φόρεσε καθαρά εσώρουχα και τον έντυσε με τα καλύτερά του ρούχα. Ύστερα τον πήρε στην αγκαλιά της και τον νανούριζε. Κάποια στιγμή βγάζει έξω το στήθος της και προσπαθεί να τον θηλάσει. Αργότερα, άνοιξε τις πόρτες.

Στο νεκροταφείο ξέσπασε.

–Αγόρι μου, άντρα μου, πού μ’ αφήνεις! έσκουζε κι έσκιζε το πρόσωπό της.

 

Όταν πέθανε ο άντρας της το 1978, εκείνη έκλεινε τα τριάντα έξι. Δεκαπέντε χρόνια μικρότερη δηλαδή από την ηλικία του τη χρονιά που παντρευτήκανε. Απ’ το βυζί της μάνας της την άρπαξε! Το θυμήθηκε στην κηδεία, που του το ’λεγαν πειραχτικά οι φίλοι του στο γαμήλιο τραπέζι, κι αισθάνονταν αμήχανα και οι δυο τους.

Δούλευε νοσοκόμα στην Πάτρα. Από δεκατέσσερω χρονών. Στο χωριό τα φέρναν δύσκολα. Ήσαν οχτώ παιδιά, εφτά κορίτσια κι ένα σερνικό. Σαν την κουνέλα η μάνα της αράδιαζε τα θηλυκά, μέχρι να ’ρθει ο διάδοχος, στερνός και χαϊδεμένος, να δοξάσει τ’ όνομα της οικογένειας. Στην αρχή ο πατέρας δεν ήθελε, πού ν’ αφήσει το κορίτσι μοναχό στην πόλη. Ύστερα έδωσε τόπο, βοήθησε είν’ αλήθεια κι ένας βουλευτής, κι έπιασε δουλειά στο νοσοκομείο.

Τον πρώτο καιρό έπλενε καζάνια στα μαγειρεία. Σύντομα όμως γυάλισε σ’ ένα γερο-γιατρό και την έπαιρνε μαζί του στους θαλάμους, να του κουβαλάει την τσάντα. Κάτι φορές στο γραφείο του προσπαθούσε να τη στριμώξει, εκείνη πάντα του ξέφευγε, κι αυτός δεν επέμενε, δεν αντέχανε πια τα κότσια του.

Κέρδιζε τότε τέσσερα κατοστάρικα το μήνα. Τα ’στελνε όλα στον πατέρα της. Έξοδα δεν είχε. Έμενε σε μια θεία της χήρα και άτεκνη. Έπαιρνε μια σύνταξη απ’ τον άντρα της εκείνη και τα βολεύανε. Κανόνιζε για το φαγητό, της ψώνιζε και ρούχα, τα αναγκαία μια φορά δεν της λείπανε. Ωστόσο, κάθε φορά που πληρωνόταν, με τα λεφτά στην τσάντα της, πήγαινε έξω από κάτι καταστήματα που πουλούσαν κοσμήματα και κολόνιες, χάζευε τις βιτρίνες, αλλά ποτέ δεν έμπαινε μέσα. Πηγαίνοντας μετά στο ταχυδρομείο να στείλει την επιταγή στο χωριό, φούντωνε μέσα της μια θλίψη, γινόταν νευρική.

Εκείνος ήταν ράφτης. Ζούσε σ’ ένα κεφαλοχώρι στην άλλη άκρη του νομού. Είχε μαγαζί δικό του κι ήταν καλός μάστορας. Τον αγαπούσαν όλοι. Ως τότε έκανε μποέμικη ζωή. Ήταν ψηλός κι ωραίος, ομορφάντρας. Είχε γνωρίσει πολλές γυναίκες, αλλά στο τέλος είχε μείνει μόνος –αντίτιμο της ελευθερίας του. Στα πενήντα του αισθανόταν μια πικρία και μια απογοήτευση. Σαν να μην είχε βρει ακόμη εκείνο που έψαχνε.

Τότε είναι που επισκέφθηκε στο νοσοκομείο έναν άρρωστο συγγενή του. Όταν την είδε ένιωσε ακαριαία και ξάστερα μέσα του τη φλόγα να τον πυρπολεί ολόκληρο.

Την πολιορκούσε κοντά δυο χρόνια. Της αγόραζε ολόχρυσα βραχιόλια και δαχτυλίδια, σκουλαρίκια και ακριβά αρώματα. Της έστελνε λουλούδια και γράμματα ερωτικά: Εσύ μου θύμισες ότι υπάρχω, της έγραφε, χωρίς εσένα δεν ξέρω αν έχει σημασία να ζω. Ήταν άνθρωπος αισθηματίας και ειλικρινής, σωστός αριστοκράτης.

Εκείνη στην αρχή κολακεύτηκε. Δεν της είχαν φερθεί ποτέ έτσι. Χωρίς να ξέρει γιατί, τη γοήτευε αυτή η αφοσίωση που της έδειχνε, οι ρομαντικοί του τρόποι.  Έβλεπε βέβαια που είχε σχεδόν τα τριπλά της χρόνια, κι ας μην του φαινόταν, κι ήταν συγκρατημένη. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ της δεν τον ερωτεύτηκε πραγματικά. Της άρεσε όμως πολύ που τον έβλεπε να την προσέχει, να της φέρεται τόσο διαφορετικά.

Όταν το ανακοίνωσε στους δικούς της, αντέδρασαν άσχημα: Εγώ στο γέρο άνθρωπο δε σε δίνω, κι ας είν’ και βασιλιάς, της είπε άγρια ο πατέρας της. Τότε εκείνη πείσμωσε. Από μια σκοτεινή αντίδραση, από καπρίτσιο και μόνο, κι ας μην ήταν σίγουρη, του είπε το ναι.

Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στην ορεινή Ακράτα, μαζί μ’ έναν άντρα που τη λάτρευε, που έμοιαζε όμως με πατέρα της.

Οι πρώτοι μήνες κυλούσαν περίεργα. Δίπλα σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που έκανε και υποσχόταν το καθετί για την ευτυχία της, ένιωθε άβολα. Όλοι τούς κοιτούσαν παράξενα, σαν να ’βλεπαν κάτι το ασυνήθιστο. Κι αισθανόταν τα βλέμματα των νέων αντρών γύρω της να τη γδύνουν ολόκληρη. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ όμορφη· το σώμα της γεμάτο καμπύλες, η επιδερμίδα της κατάλευκη και δροσερή. Τα ντεκολτέ φορέματα που συνήθως φορούσε, φτιαγμένα με επιμέλεια από τα χέρια του ίδιου του άντρα της, της τόνιζαν ιδιαίτερα το πλούσιο στήθος. Οι άντρες στις μεταξύ τους κρυφές συζητήσεις την έλεγαν: η Μέριλιν.

Εκείνος σιγά σιγά ξυπνούσε. Κι άρχισε να νιώθει γύρω του μια μεγάλη απειλή απ’ όλους. Η ζήλια μέσα του φούντωνε, του ’τρωγε τα σωθικά.

Ποτέ της βέβαια δε σκέφτηκε εκείνη να τον απατήσει. Ωστόσο του καλλιεργούσε έντονα αυτή τη ζήλια. Της άρεσε να τον βλέπει να βασανίζεται, να πληρώνει γιατί την παρέσυρε σε κάτι που κατά βάθος δεν ήθελε.

Κι έτσι άρχισαν οι γκρίνιες. Της μιλούσε άσχημα, την πρόσβαλλε μπροστά σε άλλους, δεν την έβγαζε συχνά έξω. Κι εκείνη αρνιόταν να του δοθεί στο κρεβάτι, κάτι που τον αναστάτωνε φοβερά.

Μόλις γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί, αγόρι τούτη τη φορά, εκείνη δεν αισθανόταν τίποτα πια γι’ αυτόν. Έπεσε με τα μούτρα στο παιδί. Ήταν βεβαίως τυπική· μαγείρευε, έπλενε, έκανε ό,τι χρειαζόταν για το σπίτι της. Αλλά απέναντί του ήταν ψυχρή, εντελώς αδιάφορη. Σαν να μην υπήρχε εκείνος. Τώρα πια είχε το γιο της.

–Αγόρι μου, άντρα μου! έλεγε κι έσφιγγε το παιδί στην αγκαλιά της.

Την έβλεπε να χύνεται ολόκληρη. Υπέφερε. Τον έτρωγε το σαράκι για δεκαπέντε χρόνια. Κάπνιζε ασταμάτητα κι έπινε πολύ. Ώσπου το σαράκι πήρε μορφή, έγινε ένας όγκος στο λαιμό και το στόμα, καμιά ελπίδα.

Δεν τον ένοιαζε  που θα πέθαινε. Τα ’χε μισοφάει άλλωστε τα ψωμιά του. Για κείνη στενοχωριόταν και για τα παιδιά. Η κόρη του τέλειωνε κιόλας το Λύκειο. Την αγαπούσε παθολογικά. Του θύμιζε κάτι από τη μάνα της στα πρώτα και ανύποπτα χρόνια του έρωτά του. Τον απέφευγε όμως κι εκείνη. Η μάνα της, θελημένα ή αθέλητα, είχε καταφέρει να την αποστρέψει απ’ τον πατέρα  της. Ούτε τα παιδιά του δεν τον ήθελαν.

Μονομιάς το στόμα και το πρόσωπό του άρχισαν να παραμορφώνονται. Τον τάιζε με καλαμάκι. Τον πήγε και στην Αθήνα, τον γύρισε σε νοσοκομεία και κλινικές, του έκανε χημειοθεραπείες, έκανε όλα όσα έπρεπε.

     Όταν πέθανε ανάσανε. Ένιωσε να φεύγει από πάνω της ένα βάρος, να απελευθερώνεται από κάποιο βραχνά.

     Η κηδεία έγινε χωρίς να παραλειφθεί τίποτε. Το ίδιο και τα μνημόσυνα. Φόρεσε φυσικά και μαύρα. Δεν ήθελε να την κουβεντιάζουν.

     Αμέσως μετά έπεσε πάλι με τα μούτρα στο γιο της. Του ’κανε όλα τα χατίρια, στεκόταν στο ένα πόδι για χάρη του, μαγείρευε το φαγητό που του άρεσε. Ο Νικάκης μου κι ο Νικάκης μου, έλεγε συνέχεια και καμάρωνε. Κι ο Νικάκης από τη μια βούλιαζε συνέχεια στην εξάρτησή της κι από την άλλη αποκτούσε συνήθειες παράλογες, εκμεταλλευόταν όλες τις περιστάσεις και γινόταν κακομαθημένο μαμόθρεφτο.

Όταν τον έβλεπε στενοχωρημένο, έπεφτε στα μαύρα πανιά. Κι όλο τον ρώταγε τι έχει. Μ’ ένα άγχος που δεν μπορούσε να κρύψει. Κι εκείνος δεν ανάσαινε. Ένιωθε μια θηλιά γύρω απ’ το λαιμό του να τον σφίγγει. Και να μην μπορεί  να ξεφύγει με τίποτα.

Στο κομοδίνο της είχε βάλει μια φωτογραφία που τον έδειχνε σχεδόν γυμνό, φορούσε ένα κολλητό σορτσάκι μόνο, που τόνιζε ιδιαίτερα τον ανδρισμό του. Την είχε μάλιστα μεγεθύνει. Όταν ξάπλωνε, γύριζε προς εκείνο το πλευρό. Τα μάτια της γλάρωναν μέσα στην κορνίζα.

     Κάτι φορές το μυαλό της βασάνιζαν δυσάρεστες σκέψεις. Σκεφτόταν με μια παράξενη ζήλια πως όπου να ’ναι θα ’μπλεκε με κάποια φιλενάδα, θα τον έχανε. Πονούσε. Κι από την άλλη, όταν τον έβλεπε νευρικό και ανήσυχο, τον έσπρωχνε να γνωρίσει καμιά κοπέλα αν ήθελε, να μην είναι μόνος του. Με μισή καρδιά βέβαια του το έλεγε. Όλα αντιφατικά και περίεργα μέσα της, και δεν μπορούσε να τα ξεκαθαρίσει.

     Πολλές φορές τον έβλεπε στον ύπνο της, να τον κρατάει γυμνό στην αγκαλιά της, ολόκληρο άντρα τώρα πια, και να τον θηλάζει. Ξυπνούσε τρομαγμένη. Άλλες φορές πάλι τον έβλεπε να την έχει πλακώσει, να τη γλείφει παθιασμένα στο λαιμό και ξαφνικά να μπαίνει στο δωμάτιο μια άλλη, να τον βουτάει μέσα απ’ την αγκαλιά της. Πεταγόταν πιο τρομαγμένη.

Για την κόρη της δε νοιαζόταν. Όχι πως δεν την αγαπούσε. Αλλά εκείνη ήταν ανεξάρτητη, θα τα κατάφερνε μόνη της, δε θα είχε προβλήματα. Για το γιο της μόνον υπέφερε και δεν ήξερε τι να κάνει.

Όταν της είπε πως θα φορέσει σκουλαρίκι, δεν ήθελε ούτε να το ακούσει. Τι θα έλεγε ο κόσμος! Κι εκείνα που κορόιδευε στους άλλους δεν ήθελε να τα λουστεί για το παιδί της. Να το βγάλει απ’ το μυαλό του. Αποκλείεται. Στο τέλος όμως υποχώρησε.

Αργότερα της ζήτησε να πάρει μηχανάκι. Ούτε που να το σκέφτεται…. Τόσα γίνονταν καθημερινά. Αρκετές στενοχώριες είχε.

Ο Νικάκης, είκοσι χρονών τώρα πια, αν και δούλευε κι είχε δικά του λεφτά, δεν μπορούσε να το αποφασίσει μόνος του. Νεύριασε, φώναξε, έσπασε μερικά τασάκια, τον είδε σκασμένο, στο τέλος συμφώνησε. Με κρύα καρδιά, αλλά δεν άντεχε με τίποτα να τον βλέπει στενοχωρημένο.

Αυτό γινόταν συνέχεια. Εκείνος δεν έκανε τίποτα χωρίς να τη ρωτήσει. Τελικά όμως τα έκανε όλα με τη δική της άδεια. Ζούσαν έτσι κι οι δυο σε μια αλλόκοτη κατάσταση, με μια ένταση ανυπόφορη.

Με το μηχανάκι φορτώθηκε ένα φόβο παραπάνω. Δεν έκλεινε μάτι πριν εκείνος γυρίσει τα βράδια. Έλιωνε στην αναμονή και την ανησυχία. Κι όταν άκουγε την πόρτα ν’ ανοίγει, ένιωθε να την πλημμυρίζει μια ηδονή. Ξεχνούσε μεμιάς όλη την προηγούμενη απελπισία της κι ήταν ευτυχισμένη.

Τώρα τελευταία έτρεμε πολύ την εθνική. Από την Ακράτα στην Πάτρα είχε κάτι στροφές καρμανιόλες. Άσε που είχε μπλέξει και με κάτι αλητόπαιδα από ένα διπλανό χωριό, την Αιγείρα. Είχαν κι εκείνα μηχανάκια και τον παρέσυραν συνέχεια να κάνουν κόντρες. Κι οι νταλικέρηδες δε νοιάζονταν για τίποτα. Λες κι όλος ο δρόμος ήταν δικός τους.

 

Νωρίς κάθε απόγευμα πήγαινε στο νεκροταφείο. Μάδαγε τα μαλλιά της και χτυπιότανε πάνω στον τάφο του. Έλεγε λόγια ασυνάρτητα. Αν δε νύχτωνε για τα καλά, δεν έφευγε.

     Καθώς όμως κυλούσε ο καιρός, μόνη τις νύχτες στο διπλό κρεβάτι, έβλεπε να περνούν μπροστά απ’ τα γλαρωμένα μάτια της, σαν σε παλιό σινεμά, σκηνές απ’ τη ζωή του. Όχι αυτή που έζησε, αλλά εκείνη που θα ζούσε, αν δεν την έκοβε στα δυο η νταλίκα. Τον έβλεπε γαμπρό στην εκκλησία, δίπλα σε μια όμορφη κοπέλα, που τον κρατούσε σφιχτά απ’ το μπράτσο. Τον έβλεπε στο σπίτι του να παίζει με τα παιδιά και να φροντίζει τη γυναίκα του, μακριά από κείνη. Τον έβλεπε που της έφευγε συνέχεια, που τον έχανε όλο και περισσότερο. Και γαλήνευε. Γαλήνευε πολύ.

     Στην αρχή όλα αυτά τη φόβιζαν. Τα συνήθισε όμως. Κι έτσι τώρα στο μνήμα του δεν ξεφωνίζει, είναι πιο ήρεμη. Του κουβεντιάζει και του γελάει και κάτι φορές τον μαλώνει τρυφερά. Κάποτε την είδαν να τού ’χει πάει φαγητό, να προσπαθεί να ταΐσει το χώμα, να τον καλοπιάνει για να φάει.

     Ώσπου ένα βράδυ, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, τον βλέπει καθαρά, ολόκληρο παλικάρι δυο μέτρα, ολόγυμνο, να της χαμογελάει. Και ξαφνικά άρχισε να μικραίνει, να μικραίνει συνεχώς. Ανοίγει τότε τα πόδια, κι εκείνος έτσι μικροσκοπικός που είχε γίνει μπήκε στον κόλπο της.

     Το πρωί που ξύπνησε ένιωθε την κοιλιά της φουσκωμένη, και πού και πού τον άκουγε που κλότσαγε μέσα της.

Δεν ξαναπήγε από τότε στο νεκροταφείο.

_____­­_______________

 

Στον τόμο: 7 διηγήματα, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2003, σελ. 45-59.