ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ

Στρατηγού Ιωάννου Αθ. Πιπιλή

 Η ΖΟΥΡΤΣΑ

και η Κίνησις κατά της Βαυαρικής Αντιβασιλείας

Αθήνα 1983

 

 

Την ΝΔ περιοχήν της επαρχίας Όλυμπίας καταλαμβάνει ό τέως Δήμος Φιγαλίας, όστις με τα 18 χωριά του άπετέλει ένα των μεγαλυτέρων Δήμων της Ελλάδος.

 

Αί απαράμιλλοι φυσικοί καλλοναί, ή αρμονική σύνδεσις των όρεινών, ήμιορεινών καί πεδινών τμημάτων, ή γεωλογική κατανομή, το άρχαιολογικόν ενδιαφέρον, ή πλούσια καί ποικίλη παραγωγή καθιστούν την περιοχήν εξόχως προνομιούχον. Ή Νέδα, το κατά μεσημβρίαν όριον του Δήμου καθ' όλον το μήκος της, με τους παραποτάμους, χειμάρους καί τους καταρράκτας, την πλουσίαν καί ποικίλην βλάστησιν, είναι ένα από τα γραφικώτερα ποτάμια, κατά την περιγραφήν του Σ.Παγανέλη. Ό Παυσανίας αναφέρει την Νέδαν ως το γραφικώτερον ποτάμι εις ελιγμούς μετά τον Μαίανδρον.

 

Εις το κέντρον της περιοχής ταύτης καί τάς ΝΔ απολήξεις της Μίνθης, επί πλατύσματος εξ ου έσκπώνται αί τελευταίοι άντηρίδες προς Νέδαν καί έφ' ου αναβλύζουν άφθονα τα νερά της υπερκείμενης λεκάνης απορροής (Κάμπος Μηλιάς, Βαθειά-Λάκκα, Γουβιά, Αγ. Κων/νος), είναι κτισμένη ή Ζούρτσα.

 

Περί του χρόνου κτίσεως ουδέν το σαφές έχομεν. Εις το χρονικόν του Μωρέως (13ος αιών), ουδόλως μνημονεύεται ή Ζούρτσα, εν ώ αναφέρονται οί εκατέρωθεν οικισμοί ΜΟΥΝΔΡΑ Καί ΚΟΠΑΝΙΤΣΑ.

 

Άγόμεθα όθεν εις την σκέψιν ότι ό οικισμός είναι μεταγενέστερος, χρονολογούμενος πιθανότατα κατά το τέλος του Βυζαντίου.

Το όνομα μοιάζει Σλαυϊκόν, εκ της καταλήξεως «τσα». Εν τούτοις πολλαί άμφιβολίαι γεννώνται καί μάλλον αποκλείεται ή ύπόθεσις αυτή.

 

Εν πρώτοις ό οικισμός είναι πολύ μεταγενέστερος των εν Πελοπονήσω Σλαύων (7ος ή 8ος αιών). Το να ύπήρχεν εκεί τοπωνύμιον Σλαυϊκόν, άπίθανον.

Ή τοποθεσία, προ του οικισμού, έδαφολογικώς μάλλον ουδέτερα είναι πλην των πλουσίων πηγών ύδατος, ώστε να δοθεί χαρακτηριστικόν υπό των Σλαύων τοπωνύμιον, ως λ.χ. θα συνέβαινε επί εδαφικής έξάρσεως κτλ.

Ή κατάληξις «τσα» δεν πρέπει να ξενίζη. Οι Βυζαντινοί τα «τσα» καί «τσι» ευρέως τα χρησιμοποιούσαν: Τριπολιτσά, (ή μετέπειτα Τρι- ή Ντομπολιτσά), Τριαδίτσα (σημερινή Σόφια), Καρδίτσα, Παλατίτσα, Ηγουμενίτσα, Βυζίτσα, Χρυσοβίτσι, Κορίτσι καί τα υποκοριστικά Γεωργίτσα κλπ.

 

Οι τότε εμφανισθέντες Φράγκοι άπεκάλεσαν το μέρος, λόγω των άφθονων πηγών ύδατος "SOURCE (S)" όπερ εις τα χείλη των εντοπίων έγινε ΖΟΥΡΤΣΑ.

Άνάλογον προέλευσιν, από της εποχής των Φράγκων έχομεν καί δια το εγγύς της Ζούρτσας τοπωνύμιον «Εριζιές», τόπος αποκληθείς υπό των Φράγκων "CERIGIER'S" (Κερασιές) λόγω των πολλών δένδρων κερασιάς την έποχήν έκείνην. Το «Σεριζιέ» (CERIGIER) των Φράγκων έγινε εις τα χείλη των εντοπίων «(Σ) Εριζιές». Τούτο ενισχύει την ύπόθεσιν της προελεύσεως του ονόματος «ΖΟΥΡΤΣΑ» από το "SOURCE" των Φράγκων.

 

Φίλος μου διπλωμάτης γεννηθείς εν Ρωσία καί ύπηρετήσας επί μακρόν .εις Γιουγκοσλαυίαν, ομιλών άριστα τα σλαυικάς γλώσσας, δεν αναγνωρίζει ρίζαν σλαυικήν εις το όνομα Ζούρτσα, αλλά πιθανήν Άλβανικήν.

Σημειωτέον ότι εκ Σλαυικών λέξεων ουδεμία διεσώθη εϊς την περιοχήν της, πλην της λέξεως «κοκόσια» ήτις εις την Γιουγκοσλαυικήν σημαίνει, ό,τι καί εις ημάς, καρύδι, εξ Αλβανικών όμως πάμπολλοι.

Ή άνάπτυξις των οικισμών κατά «ρούγες» καθώς οι «μπούρες», «Κουρβελέσι» κλπ μάλλον Άλβανικήν έπιρροήν προδίδει.

Καί χρονικώς έπεται ή επί Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου ή μάλλον υίού του Ανδρόνικου (1321) έμφάνισις της Μονής της Ζούρτσης ως «Μετόχι» του Μυστρά (Βροντοχίου) ώστε να ενισχύεται ή ύπόθεσις της προελεύσεως του ονόματος εκ του φράγκικου "SOURCE'S " προς ην ύπόθεσιν προσωπικώς τάσσομαι.

 

Ή εκκλησία της Μονής, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Βυζαντινή άνευ Ιδιαιτέρας καλλιτεχνικής αξίας, ανάγεται εις τον 12ον ή 13ον αιώνα.

Ή προ αυτής πλατεία (προαύλιον της Μονής) υπό την παχείαν σκιάν θαλερών πλατάνων, έφράσσετο προς Δυσμάς δια περιβολοτοίχου με Μεγαλην τοξοτην θύραν, την περιφημον δια τους συγχρόνους «Καμάραν». Κατ' έπέκτασιν της Καμάρας ήγείρετο εύρύχωρον κτίριον, τα κελιά των Μοναχών. Το κτίριον τούτο, από της τουρκοκρατίας εισέτι, καί μέχρι του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνος, έχρησιμοποιήθη ως Διδασκαλείον (Δημ. Σχολείον).

Άφ' ης ή περιοχή της Μονής έγένετο Νεκροταφείον καί ή άλλοτε ευχάριστος «Καμάρα» έγινε πύλη του Αδου, με αποκρουστικά συναισθήματα δια τους συγχρόνους, το όλον συγκρότημα της Μονής αφέθη εις την φθοράν του χρόνου. Ετσι βαθμηδόν το κτρίριον των κελιών-σχολείου κατέρρευσε καί με την έπέκτασιν του Νεκροταφείου έξηφανίσθη εκ θεμελίων. Ενθυμούμαι το κτίριον μέχρι του 1915, ομοίως καί την μικράν καί γλυκείαν τον ήχον καμπάναν με χρονολογίαν 1759 ης ή τύχη άγνωστος δι’ έμέ σήμερον.

Οπως καί να έχη, το όνομα ΖΟΥΡΤΣΑ είναι ηλικίας πλέον των 1000 ετών, επί τη υποθέσει έστω ότι είναι σλαυική, υιοθετηθέν υπό των Βυζαντινών καί διατηρηθέν μέχρι του 20ου αιώνος.

 

Εκ τούτου ευρίσκω την μετονομασίαν ατυχή.

Το Νέα Φιγαλία ύποδηλοί νέον συνοικισμόν καί δη εξ εποικισμού εκ Μητροπόλεως τινός.

Ή άπόφασις της Κεντρικής υπηρεσίας προς μετονομασίαν άπέβλεπεν είς τον έξοβελισμόν των κακόηχων ξενικών ονομάτων, δικαιολογημένη πλήρως δια τα τουρκικά κακόηχα (ΚαράΜουσταφά, Άσλάν-Άγά, Κούρτ-Τσαούς κλπ. καί δια τα τοπωνύμια της Μακεδονίας, λόγω γειτνιάσεως με τάς σλαυικάς χώρας. Δεν ήτο άκαμπτος.

Ούτω το Κρέστενα, με ρίζαν σαφώς σλαυικήν (κρέστ πού σημαίνει σταυρός) ορθώς δεν μετέβαλε το όνομα. Το Δερβένι (Κορινθίας), διετήρησε το τουρκικόν όνομα του (στενωπός). Ή Αράχωβα της Λακωνίας δικαίως έπανέκτησε το άρχαίον της καί Ιστορικόν όνομα Καρυές, εξ ων αί Καρυάτιδες. Ομως ή Άράχωβα της Παρνασίδος ορθώς διετήρησε το όνο­μα της, ως καί το τουρκικόν Χαϊδάρι, δια να υπενθυμίζει πάντο­τε τάς εκεί νίκας του Καραϊσκάκη.

 

Βλέπομεν, έπ' ευκαιρία τους Τούρκους να διατηρούν σχεδόν όλα τα Βυζαντινά ονόματα, παρεφθαρμένα λόγω δυσχέρειας της γλώσσης των εις την προφοράν (Ίσταμπούλ-είς την Πόλιν, "Αγκυρα, Τραπεζούς, Άτάλεια, Σμύρνη, ακόμη Μπαλού-Κεσέρ (Παλαιοκαισάρεια) καί πολλά άλλα.Ή Ιταλία δεν έσκέφθη να αλλάξει τα ονόματα της Μεγάλης Ελλάδος. Γεωγραφικώς ή Ζούρτσα ευρίσκεται εις εξαιρετικώς εύνοϊκήν δια την άνάπτυξίν της θέσιν. Κτισμένη εις το εύκρατον ύψόμετρον των 450 μ. καί εις το όριον εις ό σταματά ή βλάστησις του πεύκου καί αρχίζει ή άνάπτυξις της οξειάς καί της Δρυός (του Δένδρου), ευνοείται εις την πλουσίαν καί ποικίλην παραγωγήν, γεωργικήν καί κτηνοτροφικήν. Εντεύθεν ή οικονομική ευεξία καί ακμή της κωμρπόλεως καί το φαινόμενον ότι σήμερον, κατ' έξαίρεσιν όλων των ορεινών οικισμών, διατηρεί τον πληθυσμόν της.

 

Τοπογραφικώς ή Ζούρτσα παρουσιάζει έντονον διαμερισμάτωσιν, γεγονός πού της προσδίδει γραφικότητα εν τη έκτάσει της καί στρατιωτικήν άξίαν από απόψεως αμύνης. Έτσι εξηγείται ότι κατά δυσκόλους καί κρίσιμους στιγμάς του αγώνος πολλαί οίκογένειαι εκ γειτονικών περιοχών εκεί άνεζήτουν την άσφάλειάν των. Ουδέ ό Ιμπραήμ κατώρθωσε να είσέλθη εις το χωριό, αρκεσθείς εις το να κάψη πέντε-έξι παλιόσπιτα καί δη από τα εγκαταλελειμμένα τουρκικά.

 

Επί της επιχειρήσεως ταύτης του Ιμπραήμ διατηρώ ζωηροτάτην άνάμνησιν δύο αφηγήσεων.

α) Πρώτον την του πατέρα μου: Έρμηνεύων ούτος το θλιβερόν τραγούδι της εισβολής του Ιμπραήμ

«Φάτε καί πιείτε ρε παιδιά

χαρείτε να χαρούμε

τούτον το χρόνο τον καλό

τον άλλον θεός το ξέρει

για ζούμε για πεθαίνουμε

καί σ' άλλον κόσμο πάμε

γιατ' έφθασε το Μόλεμα

Μοθώνη και Κορώνη.

Κοντεύει καί στην Αρκαδία.»

 

(Μόλεμα = Άραπαδες, πού εκτός από την γενικήν συμφορά καί καταστροφή έφεραν καί μολυσματικός νόσους.)

 

έπελαμβάνετο της ευκαιρίας καί ανέλυε το Ιστορικόν της προσβολής του χωριού κατά τον άξονα Χούτσαινα-Βίγλα-Ράχες-'Αγ.Παρασκευή καί την επιτυχή άπόκρουσιν από τον Καπετάν Γεωργάκη (προπάππον του).

 

β) Του αιωνόβιου Αδάμ Ζευγίτου. Ούτος κατοικούσε εν επαφή προς τον κήπον της πατρικής οικίας. Ητο τελείως τυφλός, γεγονός πού εντυπωσίαζε τα παιδιά. Εντεύθεν ή ζωηρά άνάμνησις δι' έμέ της μορφής του καί της ιδιαζόντως βραχνής, λόγω γήρατος φωνής του. Διηγείτο:

«Αμα ακούσαμε ότι έρχεται ό Μπραίμης όλα τα γυναικόπαιδα έσκορπίσαμε. Εμείς πήγαμε στίς Νεροτριβάδες. Από 'κεί έβλέπαμε στίς Ράχες καί ακούγαμε τους Άραπάδες να βαδίζουν με τα μπαϊράκια τους για την Ζούρτσα, πρρρ, πρρρ, πρρρ, μιμούμενος ούτω τον ήχον των τύμπανων ως καί των ντεφιών, (τα όποια άπεκάλει κρισάρες) του τμήματος.

Άλλα στο έμπα του χωριού τους βάρεσαν δυνατά ό Καπετάν Γεωργάκης με τους Ζουρτσάνους καί τους τσάκισαν κατά την Χούτσαινα...»

 

Είχεν τύχην το χωριό ότι δεν επανήλθαν οί Άραπάδες δια να το κάψουν εις έκδίκησιν. Καί τούτο διότι κατά τον χρόνον της προσβολής ό κύριος όγκος των κατά την Όλυμπίαν ένεργουσών δυνάμεων, ειχεν ύπερβή το ΚΛΕΙΔΙ προς Τάβλαν (Σαμικό), έπειγόμενος να φθάση εις την πλουσίαν εις εφόδια καί ζωοτροφάς Ήλείαν καί εκείθεν να είσδυση περαιτέρω εις τον Μωριά.

 

 

Άναγκαίως ή Ζούρτσα καλύπτει μεγάλην έκτασιν, με διακεκριμένος συνοικίας (ρούγες). Την επάνω Ρούγαν, την Μέσην Ρούγαν και την Κάτω Ρούγαν ή Άϊλιόρουγαν καί την Δυτικήν ή του Ρέτζου.

Ή τελευταία με άνοικτήν πλατείαν, διευθετημένην εις Άμφιθέατρον, με έξοχο θέαν προς το Ίόνιον πέλαγος (ατυχώς σήμερον οϊκοδομαί τίνες απέκλεισαν την θέαν προς την θάλασσαν καί την έστέρησαν του παλαιού κάλλους), έδέχετο πρώτη κατά τους θερμούς μήνας την δροσεράν αύραν της θαλάσσης (Μαΐστρον-Ζέφυρον). Εκ του Ενετικού ονόματος της αύρας "O-REZZO" ή ίσως εκ της κατευθύνσεως εξ ης έπνεεν, του REGGIO (Ρήγιον) της Καλαβρίας, ώνομάσθη υπό των Ενετών ή πλατεία καί ή συνοικία καί κατά παραφθοράν υπό των εντοπίων εις «ΡΕΤΖΟΥ».

 

Εκ της θέσεως εκείνης ή άλλης υψηλοτέρας ή εκ της πλατείας του Αγίου Νικολάου, παρατηρών τις προς Δυσμάς τους κατερχόμενους προς την θάλασσαν ύλομανείς λόφους καί άντηρίδες, με όλας τα αποχρώσεις του πρασίνου, απολαμβάνει θέαμα μοναδικής γοητείας.

 

Τα άφθονα πόσιμα νερά ευνοούν την πλουσίαν βλάστησιν ύψικόρμων δένδρων (καρυδιές, κερασιές, μελικοκιές, λεύκες, πλάτανοι κά) εις τοιούτον βαθμόν ώστε να καλύπτωνται καί αι ύψηλότεραι οικοδομαί.

 

Ωραίοι κήποι περιβάλλουν σχεδόν άπάσας τάς οικίας. Ή ύδρευσις της κωμοπόλεως έξησφαλίζετο με ίδιαιτέραν βρύσην κατά συνοικίαν με προεξέχουσαν την «Τρανή Βρύση» της μέσης Ρούγας. Ήτο δε ή Τρανή Βρύση, κτίριον Τουρκικόν των πρώτων ετών της εγκαταστάσεως των εις Ζούρτσαν, μεγαλοπρεπές με 6 θόλους εκ δύο λίθινων κρουνών (σουληνάρια) εις έκαστον. Ή ποσότης του νερού ικανή να θέση εις λειτουργίαν μίαν νεροτριβήν καί ένα νερόμυλο εντός της κωμοπόλεως πέραν των άλλων αναγκών υδρεύσεως καί αρδεύσεως. Σήμερον λόγω καθιζήσεων, τίποτε δεν ενθυμίζει την Τρανή Βρύση. Έκτος από τίς βρύσες, δύο πηγαί, Μπούρες καλούμενοι, κατά τα άκρα της Επάνω Ρούγας, με άφθονο κρύο νερό, έξησφάλιζαν την άρδευσιν καί των υψηλότερων σημείων του χωριού.

 

Παλαιά Βρύση αριστερά της εισόδου του Μοναστηρίου (Σκίτσο Χρ.Κ.Δέδε)

 

 

Ή Ζούρτσα λόγω της θέσεως της καί των εις μεγάλην έκτασιν κτημάτων της (15 Χ 25 χλμ) της πλούσιας καί ποικίλης παραγωγής (δημητριακά, κηπουρικά, σταφίδες, κρασιά, λάδια, κτηνοτροφικά) έσημείωσεν από 200 ετών οικονομικήν άκμήν καί άξιοζήλευτον όργάνωσιν της κοινωνίας της. ΟΙ Τούρκοι άμα τη έκγαταστάσει των εκεί έλεγαν χαράκτηριστικώς:«Στό Μωρία ΠΑΤΡΑ-ΧΩΡΑ, ΖΟΥΡΤΣΑ-ΧΩΡΙΟ». Από απόψεως συγκοινω­νιών ή Ζούρτσα μέχρι καί του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μάλλον απομονωμένη ήτο. Δίκτυον ήμιονικών οδών εξυπηρετεί την διακίνησιν των αγαθών καί των κατοίκων δι' υποζυγίων υπό δυσμενείς μάλλον συνθήκας, ιδία κατά τους χειμερινούς μήνας.

 

Σήμερον εξυπηρετείται υπό κυρίας αρτηρίας, με άσφαλτικήν έπικάλυψιν. Ή οδός αυτή συναντά την Έθνικήν όδόν Πύργου-Κυπαρισσίας εις το 43ο χλμ από του Πύργου καί επεκτείνεται πέραν της Ζούρτσης μέχρις Άνδριτσαίνης ίνα συνάντηση εκεί την από Τριπόλεως Έθνικήν όδόν. Την έπέκτασιν ταύτην έξετέλεσε μονάς του Μηχανικού - ΜΟΜΑ διατεθεΐσα εκεί υπό του γράφοντος, ως αρχηγού τότε του ΓΕΕΘΑ. Δυστυχώς δεν όλοκληρώθη, ως είχεν προβλεφθεί, λόγω άντιοξοοτήτων καί απροσδόκητων τοπικών κωλυσιεργειών καί της αναχωρήσεως του γράφοντος δι' Άμερικήν.

 

Από Θολού (43ον χλμ από του ΠΥΡΓΟΥ) μέχρι Ζούρτσας ή οδός ανέρχεται έλισσομένη εις μαγευτικόν τοπίον, την κοιλάδα του μικρού ποταμού, του από Λεπρέου κατερχομένου, όστις κα­τά την αρχαιότητα νομίζομεν ότι ήτο ό ΑΚΕΔΩΝ ή ΑΚΙΔΑΣ.

 

Παλαιός γραφικός υδρόμυλος της Σπύραινας (Σκίτσο Χρ.Κ.Δέδε)

 

 

Οι Τούρκοι της ΖΟΥΡΤΣΑΣ, με την όριστικήν έκδίωξιν των Ενετών τω 1715, έγκατεστάθησαν οί μεν εύποροι καί ανωτέρας τάξεως κατά την Μέσην καί Δυτικήν Ρούγαν, οί δε πτωχότεροι κατά την Κάτω Ρούγαν. Δεν ήλθον εις έπιμειξίαν μετά των χριστιανών, ως συνέβη εις την γειτονικήν περιφέρειαν της Άλιφείρας-Σκιλλοϋντος.

Μετά των χριστιανών είχον μάλλον αρμονικάς σχέσεις. Εις την Κεντρικήν Ρούγαν είχον δύο τζαμιά, εν κατά τα Μπουντουρέϊκα (σημερινή ονομασία, διότι τότε δεν ύπήρχον εις Ζούρτσαν Μπουντουραίοι) καί εν κατά τα Πιπιλέϊκα.

Εκ του πρώτου, εκεί ένθα το σπίτι του Παναγιώτη Χατζή ή Κικιρίκα, παραμένει μόνον ή ονομασία, εκ του δευτέρου, το όποιον ήτο καί το Νεκροταφεΐον, σώζεται μόνον ό περιβολότοιχος των κήπων της οικίας του Θανάση Πιπιλή.

 

Από την διέλευσιν των Τούρκων ελάχιστα σημεία, τοπωνυμικά ή προσωνυμίαι απομένουν ως:

·       Τα Ίμλάκια (Ίλάκια) με τα δύο ωραιότατα πέτρινα επάλληλα αλώνια, δια την έξυπηρέτησιν όλων των κατοίκων. Τούτο άλλωστε σημαίνει ή λέξις Ίμλάκια: Δημόσιον κτήμα. Δυστυχώς εξ αδιαφορίας των αρχών, οί περίοικοι άφήρεσαν τις πλάκες των αλωνιών δι' ιδίαν χρήσιν, ώστε σήμερον μόνον τα χωμάτινα επίπεδα μαρτυρούν την ϋπαρξίν ποτέ των αλωνιών.

 

·       Το ΚΑΔΡΙΣΠΑΗ ή Κατρίσπαη, οικία-όχυρόν του Σπαχή, σωζόμενη άκεραία με τίς τουφεκίθρες της καί ελέγχουσα την όδευσιν από Πάνω Ρούγα προς Κεντρικήν (σήμερον οικία των κληρονόμων Κων. Νίκα ή Καραβίδα).

 

·       Του Κόνιαρη, το κατά την ΝΔ έξοδον τελευταίον σπίτι Τούρκου εξ Ικονίου.

 

·       Εκ δε των προσωνυμιών (παρατσούκλια) σημειώνομεν το του Άϊβαλή ή Άλιβαδή κατά τους εντοπίους, Πιπιλή τίνος εγκατασταθέντος εις οικίαν Τούρκου εκ Κυδωνιών (Άϊβαλή Μικράς Ασίας) καί το του Μπρούση, Καράπαπα τινος, άγοράσαντος άγρόν καί καλύβην Τούρκου εκ Προύσης.

 

 

Από του 18ου αιώνος καί εντεύθεν ή Ζούρτσα πρέπει να ήτο σημαίνουσα κωμόπολις. Ή απογραφή των Ενετών της 29.11.1690 με 136 κατοίκους καί με σύνθεσιν του πληθυσμού 46 άρρενες, 51 γυναίκες, 20 αγόρια καί 19 κορίτσια δεν πείθει. Ή αναλογία των τέκνων προς τους γονείς (ενταύθα υποτίθεται ότι οι ενήλικες αποτελούσαν άνδρόγυνον) είναι απαράδεκτος. Ούτε εν τέκνον κατά ϋποτιθεμένην οίκογένειαν, εν ω θα πρέπει να λογισθούν 4-6 τέκνα λαμβανομένου ύπ' όψιν ότι τότε δεν ύπήρχον περιορισμοί εις τάς γεννήσεις καί οιανδήποτε θνησιμότητα καί αν δεχθώμεν.

 

Επί του σημείου τούτου έχομεν καί την μαρτυρίαν του Τούρκου περιηγητού ΕΒΛΙΑ-Τσελεμπή, διελθόντος εκ Ζούρτσης ολίγον προ των Ενετών. Καί το γεγονός απλώς ότι χωρίον άπομονωμένον είλκυσε το ενδιαφέρον ενός περιηγητού μαρτυροί δια την κάποιον σημασίαν του χωριού. Γράφει ούτος: «Φθάσαμε στο οχυρό Ζούρτσα. Είναι τιμάριο του ΒΑΚΙΒΕΥΙΝ, πού στίς μέρες του Σουλτάνου Ιμπραήμ του Αχμέτ τον έκαναν χίλια κομμάτια στον Ιππόδρομο (προφανώς της Κων/πόλεως). Είναι ένα χωριό με 150 σπίτια με κήπους καί αμπέλια. Σ' αυτό το χωριό υπάρχει μια δεξαμενή με καθαρό πηγαίο νερό, όπου οι γυναίκες καί τα παιδιά μέσα σ' αυτήν την δεξαμενή σαν στον Ιορδάνη τα παιδιά του Αδάμ, σαν τα ψάρια το ένα με το άλλο χοροπηδούν ανακατεμένα. Γύρω στην χαβούζα κάτω από τον ίσκιο των υψηλών δένδρων ψυχαγωγούνται. ΟΙ εξοχές της Ζούρτσας είναι ξακουσταί. Κάθε Κυριακή 5000 ή 10000 άτομα κάνουν αγοραπωλησίες. Το χωριό αυτό ανήκει διοικητικά στον Κάζα (επαρχία) της Αρκαδίας καί είναι ναχιέ (ύποδ/σις-Δήμος) με 10-15 χωριά.»

 

Με την άφιξιν των Τούρκων τω 1715 οί κάτοικοι διεσκορπίσθησαν προς άσφάλειάν των εις τάς πέριξ δυσπρόσιτους τοποθεσίας Βαρσαμά, Κλενωβές, Ανω Κοπάνιτσα,Νεροτριβάδες,Χρυσούλι, Τριάντα, Σίλα, Γκιούλου, ενώ στο χωριό παρέμειναν οι προύχοντες Πιπιλαίοι, Οίκονομαίοι, Κλενταίοι, Παπαφωταίοι και Παπαθαναίοι, δηλ. περίπου 10-12 οικογένειαι (Άπομνημ. Σπ.Πιπιλή).

Οι 136 κάτοικοι της Ενετικής απογραφής συνιστούν μόνον 20-22 οικογενείας. Δεν δικαιολογείται συνεπώς ή διασπορά των υπολοίπων 8-10 οικογενειών εις τόσα σημεία.

 

Νομίζομεν ότι πρόκειται εν τη απογραφή περί πλάνης ή άτελείας δεδομένου ότι τότε τα γυναικόπαιδα δεν ένεφανίζοντο προς άπογραφήν αλλά καί ή κακή καί σκληρά διοίκησις των Ενετών έκανε τους κατοίκους να δυσπιστούν προς την σκοπιμότητα της απογραφής καί παντοιοτρόπως να απέχουν ταύτης.

Εις άπογραφήν του 1879 ήτοι μετά 200 χρόνια αναφέρονται "Αρρενες 813, θήλεις 692, χωρίς εις τα χρόνια εκείνα να παρατηρείται τόση μετατόπισις κατοίκων, ώστε να αυξηθεί ό αριθμός των από 136 εις 1500

 

Έπ' ευκαιρία της απογραφής καί ίνα μη λησμονηθή άναφέρομεν χαριτωμένον περιστατικόν:

Διετάχθη κάποτε από τους Τούρκους απογραφή, δια λόγους φορολογίας (χαράτσι-κεφ. φόρος). Επρεπε πάντες οί εκ της περιφερείας (Κόλι) Ζούρτσας οί υποκείμενοι εις χαράτσι (τέτοιοι ήσαν οί άρρενες των οποίων το διπλάσιον της περιφερείας του λαιμού των ήτο μεγαλύτερον της περιμέτρου από του αύχένος εις κάτω σιαγόνα), να προσέλθουν εις Ζούρτσαν προς καταγραφήν. Ή καταγραφή έπεκυρούτο δια μιας τσεκουριάς εις την αίωνόβιον Μουριάν, (ως γίνεται σήμερον ή κατακύρωσις των δημοπρασιών).

Ενας Χούσος από Σμαρλίνα μαστιζόμενος από κακοήθη έλονοσίαν (τεταρταίος) δεν μπορούσε να προσέλθη εις Ζούρτσαν. Νομοταγής, ευσυνείδητος καί περίφοβος παρεκάλεσε τους άλλους Σμαρλιναίους να τον δικαιολογήσουν εις τον Άγάν καί να δεχθή ούτος την καταγραφήν του, όπερ καί έγένετο. Κατά το ηλιοβασίλεμα ό Χούσος, αγωνιών, έπερίμενε τους συμπολίτας του στο έμπα του χωριού. Οταν τους είδε ήρώτησε άν κατεγράφη. Του απήντησαν Ναί.

Έβάρεσε, ρε παιδιά καί το τσεκούρι;

Ναι

Σάν ποια ώρα βάρεσε;

Να κατά τίς πέντε

Μωρέ γι' αυτό ανάσανε το κορμάκι μου. (Ω της αφέλειας! ήταν ή ώρα πού του έπεσεν ό πυρετός)

 

Εκτοτε ή καμπύλη ανέρχεται ίνα φθάση κατά τάς παραμονάς της Επαναστάσεως εις 200-250 οικογενείας εξ ων 93 τουρκικές. Τούτο συνάγεται εκ πολλών στοιχείων καί παρατηρήσεων, λχ.

·        Του αριθμού των οικοδομών, ηλικίας σήμερον άνω των 150 ετών καί της εκτάσεως της κωμοπόλεως.

·        Του μεγέθους καί της οργανώσεως της αγοράς, μη δικαιολογουμένης δια μικρόν χωρίον 25 ή καί 30 οικογενειών (παραβολή με σημερινά χωριά της τάξεως αυτής.)

·        Του αριθμού των βιοτεχνιών (σιδηρουργεία, σαγματοποιεία, σανδαλοποιεία κλπ).

·        Της πληθώρας των υδρόμυλων, μπαρουτομύλων καί νεροτριβάδων καί ελαιοτριβείων.

·        Του μεγέθους καί μεγαλοπρέπειας της Τρανής Βρύσης μη δικαιολογουμένης δια 10-15 οικογενείας της Μέσης Ρούγας.

·        Του αριθμού των αλωνιών δια τάς άνάγκας του χωριού,

·        Της εκκλησιαστικής οργανώσεως εις τρεις ενορίας με δύο Νεκροταφεία κά.

 

 

Πρέπει να ήτο σημαίνουσα καί γνωστή κωμόπρλις δια να φθάσουν έκεϊ οι άξ/κοί του Ρωσικού στρατού Παπάζωλης και Μπάσκεβιτς, δια την όργάνωσιν της εξεγέρσεως του 1769 (Όρλωφικά).

 

Ή ρήσις των Τούρκων «ΠΑΤΡΑ-χώρα, ΖΟΥΡΤΣΑ-χωριό», ην το πρώτον καί μόνον ήκουσα από τον πατέρα μου, καί ως αναφέρεται εις τα απομνημονεύματα του Σ.Πιπιλή, ανάγεται εις την εποχήν έκείνην (1760), ότε καί έκτισαν την μεγαλοπρεπή «Τρανήν Βρύσιν» καί υποδηλοί την κάποιον σημασίαν της κωμοπόλεως καί δεν είναι λογικόν να συγκρίνουν οι Τούρκοι ένα χωριουδάκι με την Πάτρα.

 

Τέλος είναι άφύσικον να βγουν από ένα χωριό 25-30 οικογενειών, ως το θέλει ή ενετική απογραφή, εις Μωράγιανης, εις Επίσκοπος καί 3-4 καπεταναίοι.

Ούτε στέκει στην λογική να μεταναστεύσει τότε μία οικογένεια, οι Παπαθαναίοι από του Λάλα εις Ζούρτσαν των 25 οικογενειών.

 

Ευθύς δε μετά την άπελευθέρωσιν, επί Καποδιστρίου, ορίζεται ή Ζούρτσα πρωτεύουσα Νομού, πράγμα πού δεν ταιριάζει δια χωριό 25 οικογενειών.

 

Κατά την έποχήν έκείνην ως προεστώτες καί δημογέροντες της Ζούρτσας αναφέρονται οι Οίκρνομαίοι, Παπαθαναίοι ή Ήρακλαίοι (εσχάτως μετοικήσαντες εκ Λάλα), οι Παπαφωταίοι, οι Κλενταίοι καί οί Πιπιλαίοι (Άπομν. Σ. ΠΙΠΙΛΗ). Ό Φώτιος Παπαφωτόπουλος έδολοφονήθη εις Ζούρτσαν τω 1790. Εκ του υιού του Γρηγορίου, δολοφονηθέντος καί τούτου εις Τρίπολιν τω 1819 κατάγονται οι Γρηγοριάδαι της Κυπαρισσίας.

 

Εκ των Οίκονομαίων αναφέρονται οί επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, δι' όν κακώς αναφέρεται ότι κατάγεται εξ Άλβαίνης, καί ό αδελφός του Παπαντώνης Οικονόμος. Αμφότεροι αίχμαλωτισθέντες έφονεύθησαν εις Πύλον.

 

Εκ των νεωτέρων Οίκονομαίων, των μετά την άποκατάστασιν του Κράτους, μνημονεύομεν τον Κων/νον Οίκονομόπουλον Βουλευτήν κατά την Όθωνικήν περίοδον (μετά την παραχώρησιν του Συντάγματος 1843) καί των αρχών της Βασιλείας Γεωρ­γίου Α' (1844-1869). Τελευταίος ό Αντώνης Οίκονομόπουλος, ό επιλεγόμενος «Κρίνος» δια την ωραιότητα καί κομψότητα του, βουλευτής από 1873-1876.

 

Εκ των Κλενταίων ό Γ. Κλέντος έπεσεν εις Λάλα καθώς και ό Παπαθάνος.

 

Εκ των Πιπιλαίών έχομεν τους Καπεταναίους Γεωργάκην Σπύρον, Τζανέτον καί Διαμαντήν, ωρίμους κατά την επανάστασιν.