Διάλογος αλά Ζουρτσάνικα

 

από την Ευαγγελία Γιουρούκου

 

(Είναι κείμενο που έγραψε σαν εργασία στην Α’ Λυκείου)

 

 

ΤΟΠΟΣ: Κεντρική πλατεία Νέας Φιγαλίας

Μια ομήγυρη από συγχωριανούς μας.

Ας ξεχάσουμε για λίγο τους καλούς μας τρόπους και ας κρυφακούσουμε διακριτικά τι λένε.

 

-       Γιώρης (Γιώργος): ουφ! κάλντισα! (κουράστηκα).

 

-         Δάσκαλος(Στο χωριό μου υπερισχύει το επάγγελμα του ονόματος αν είναι "καλό"): που ήσουνα ρε (οι καλοί τρόποι) πουρνό - πουρνό ? (πρωί - πρωί)

 

-         Γιώρης: είχα πάει στα πράματα (πρόβατα).

 

-         Μπάρμπα-Γιάννης: έχουτε (προτιμούμε το ου αντί του ε, γεμίζει το στόμα μας) γιόμο φέτο? (οι ελιές θα έχουν καλή σοδειά).

 

-         Δάσκαλος: κάτι λιγωτάρια. (μικρή σοδειά)

 

-         Γιώρης: για στάκα ρε!(περίμενε). Εσύ εχτές (χθες) δε ξεκοτσάλιζες (καθάριζες τις ελιές) ούλη (όλη) την ημέρα?

 

-         Ο άντρας της γιατρίνας (κρίμα στο σύζυγο που η γυναίκα του έχει καλύτερη δουλειά απ' αυτόν!): άστον εφτούνο (αυτόν). Νομίζεις ότι θα λέγε αλήθεια?

 

-         Ρε άη σιαπέρα (ευγενική βρισιά: κάνε πιο πέρα - κάνε μας τη Χάρη).

 

-         Δάσκαλος: ρε Γιώρη τι έμαθα ρε....? Το δωκες το παιδί (λογοδόθηκε ο γιος σου). Συνεμπήκατε στη νύφη? (πήγατε σπίτι της να γνωριστείτε οι συμπέθεροι, με γλυκά)

 

-         Γιώρης: κάμε φτώχεια σου ρε (κοίτα τη δουλειά σου αλλά ευγενικά). Ας κάμουνε ότι θέλουνε, νέοι είναι.

 

-         Ο άντρας της γιατρίνας: ναι τώρα που νέοι. Να μείνει και κανένας νέος σε τούτο το χωριό! Μείναμε ούλα το κουσίμια δω χάμου! (μείναμε όλοι οι ηλικιωμένοι εδώ)

 

-       Δάσκαλος: δε βλέπουτε το σχολείο κοντεύει να κλείσει.

 

Έρχεται ο καφετζής

-         πώς τα λέτε ρε παλικάρια? Μου πε ο παπάς να βάλει (κεράσει) κάτι.

 

-         Γιώρης: ναι βάλε καμιά σούμα (τσίπουρο ) να απλωθούμε (συνέλθουμε) και πες σε κείνα τα τσορομπίλια (μικρά παιδιά) να ησυχάσουνε. Έχουν κόψει άλυσο! (κάνουν σαν το σκύλο που ήταν δεμένος και έχει ελευθερωθεί από την αλυσίδα του).

 

-         Δάσκαλος: παιδιά εγώ θα φύγω ,πάω για φαΐ.

 

-         Καφετζής: σκιάζεσαι (φοβάσαι), θα σε μανικώσει (κυνηγήσει)η κυρά?

 

Τελικά όλοι ήπιαν από ένα ποτό και έκαναν κέφι. Δε μάθαμε αν η κυρά μανίκωσε τον άντρα της όμως  εμείς απολαύσαμε μια γνήσια και ανεπιτήδευτη συζήτηση , τέτοια που μόνο απλοί άνθρωποι μπορούν να κάνουν.