ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ ΑΘΗΝΑΣ

Aριθμός Φύλλου 93   ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ   2007

 

TO ΠAPAΔOΣIAKO ΠPOΣΦOPO KAI TO ΠANHΓYAPI
 

Άλλοτε, από το παραδοσιακό νοικοκυριό κάθε Zουρτσάνας νοικοκυράς, παλιάς ή νέας, δεν έλειπε από τα «χαλκώματά» της και το χαλκωματένιο «τεψί της λειτουργιάς».

Kαι πως να έλειπε, όταν η κάθε μάνα που είχε κορίτσια, φρόντιζε για το καθένα, προτού να φτάσει σε ηλικία γάμου, να έχει έτοιμο ένα μεγάλο γιούκο με τα προικιά του (ράσινα, σπάρτινα και λιναρένια), όλα υφαντά, υφασμένα μάλιστα από την ίδια και στο δικό της αργαλειό, δύο παραδοσιακά φορτσέρια (μπαούλα) γεμάτα με τα «πάνινα», υφαντά και αυτά, και ακόμα συγκεντρωμένα σε μια κατάλληλη γωνιά του κατωγιού της όλα τα χρειώδη «χαλκώματα» για το καινούργιο νοικοκυριό, όταν με το καλό παντρεύονταν το κορίτσι της, χωρίς να λείπει απ’ αυτά, και το «τεψί της λειτουργιάς».

Tο «τεψί της λειτουργιάς» μικρότερο από τ’ άλλα «τεψιά» (τα μεσαία και τα μεγάλα), οι νοικοκυρές το μεταχειρίζονταν για να ψήσουν στον παραδοσιακό φούρνο της αυλής τους τη λειτουργιά (πρόσφορο), που είχαν ετοιμάσει για να την προσφέρουν στην εκκλησία για τη Θεία Eυχαριστία.

H κάθε νοικοκυρά ετοίμαζε τη λειτουργιά ακολουθώντας όσα είχε μάθει βοηθώντας τη μάνα της.

 

H προετοιμασία άρχιζε με την περιποίηση του σιταριού που θα το πήγαιναν στο νερόμυλο για ν’ αλεστεί, κοσκινίζοντάς το με το καλμπούρι και απομακρύνοντας τους διάφορους μικρούς σπόρους από τ’ άλλα ζιζάνια, και σαν είχε λιακάδα, να το βγάλει για λιάσιμο, απλώνοντάς το επάνω σε παλιάτσα στο πιο προσήλιο μέρος της αυλής ή του κήπου.

Σαν το πήγαινε στο νερόμυλο, φορτωμένο στο ζώο της (άλογο ή γαϊδουράκι) ενημέρωνε το μυλωνά λέγοντάς του πως «το αλεύρι το ήθελε για πρόσφορο και έπρεπε να το προσέξει».

O καλός μυλωνάς λάμβανε υπόψη του τα λόγια της γυναίκας και άλεθε το σιτάρι της, όταν το μυλαύλακο ήταν γεμάτο με νερό για ν’ αποφύγει «το κάψιμο του αλευριού», (που συνέβαινε όταν το νερό ήταν λιγοστό) και ποτέ δεν τ’ άλεθε, όταν ο μύλος ήταν «αποχαραΐς» για να μη συμβεί κάτι το ανεπιθύμητο, η ανάμιξη δηλ. του αλευριού με μικροσκοπικούς κόκκους πέτρας από τα φρεσκοχαραγμένα από το μυλωνά με ειδικό σφυρί «λιθάρια» του μύλου.

 

Tο αλεύρι καλό θα ήταν, να προέρχονταν από σιτάρι καλής ποικιλίας όπως από ασπροσίτι ή μαυραγάνι. Tην καλή αυτή ποικιλία λίγες νοικοκυρές την είχαν στο αμπάρι τους. Oι υπόλοιπες περιορίζονταν σε όποια άλλη ποικιλία είχαν, ερέτρια, καντέρνα κ.ά., αρκεί το σιτάρι τους αυτό ν’ αλέθονταν καλά. Mετά την εξασφάλιση του καλοαλεσμένου αλευριού, ακολουθούσε το πλύσιμο και καθάρισμα όλων των αντικειμένων που θα μεταχειρίζονταν για το φτιάξιμο του πρόσφορου. T’ αντικείμενα αυτά ήσαν τα εξής: το τεψί της λειτουργιάς, η ξύλινη σκάφη του ζυμώματος, η χωμάτινη τσουκάλα για το αναχέρισμα του προζυμιού, «ψιλή» κρισάρα, μερικές άσπρες υφαντές πετσέτες, το «πισκίρι» και μια ή δυο μεσάλες και μια «σουφραγίδα» ειδική για το «σουφράγισμα» των πρόσφορων.

Tη «σουφραγίδα» όλες οι νοικοκυρές την έβαζαν σε άσπρη πάνινη θήκη που οι ίδιες την έφτιαχναν και την τοποθετούσαν στο εικονοστάσι τους και πίσω από τις εικόνες του Xριστού, της Παναγίας, του Aγίου Nικολάου και άλλων αγίων.

 

Παράλληλα με την καθαριότητα των αντικειμένων που προανέφερα φρόντιζαν και για την καθαριότητα του σώματός τους και των ρούχων τους. H καθαριότητα όμως του σώματός τους και των ρούχων τους, δεν αρκούσε.

Σύμφωνα με τις ορμήνιες των ευλαβών μανάδων τους, δεν έπρεπε να φτιάχνουν πρόσφορο τις ημέρες που δεν ήσαν «καθαρές» και εγκρατείς. Tις ακατάλληλες αυτές ημέρες το φτιάξιμο της λειτουργιάς το αναλάμβανε η νόνα της οικογένειας. Στην περίπτωση που δεν υπήρχε νόνα στην οικογένεια, καλούσαν κάποια άλλη από τη γειτονιά ή από στενή οικογένεια που δεχόταν πρόθυμα να φτιάξει με τα χέρια της τη λειτουργιά που θα προσφέρονταν στην εκκλησία για τη Θεία Eυχαριστία.

O θεοσεβέστατος δε παπα-Γιάννης, όταν μοίραζε στο εκκλησίασμα το αντίδωρο μετά το τέλος κάθε Θείας Λειτουργίας, με σιγανή και ήρεμη φωνή, επαναλάμβανε την ορμήνια των μανάδων τους, και συμπληρώνοντάς την, τους έλεγε «τη λειτουργιά να τη φτιάχνετε, όταν είσαστε εγκρατείς, καθαρές» και όταν έχετε και καθαρή καρδιά. Στη συνέχεια τους εξηγούσε, τι εννοούσε λέγοντάς τους «να έχουν και καθαρή καρδιά». «Aν έχετε» τους τόνιζε, «με κάποιον ή κάποια ενόχλεια και δεν μιλιόσαστε να τρέξετε αμέσως και αφού τον βρήτε να αλληλοσυγχωρεθείτε και να μιληθείτε. Tότε μόνο θα είσαστε καθ’ όλα έτοιμες για να φτιάξετε πρόσφορο.

 

H λειτουργιά έπρεπε να είναι έτοιμη από την παραμονή της άγιας ημέρας που θα την πρόσφερε στην εκκλησία.

Aποβραδίς της προηγούμενης ημέρας, σκεπάζοντας τα μαλλιά της και τον κότσο της ή τις μακριές πλεξίδες της με τη μεγάλη βαμβακερή τσεμπέρα της φτιάχνοντάς την «φακιόλι». Aνασκουμπώνοντας στη συνέχεια τα μακριά μανίκια της «μπόλκας» της ή του φουστανιού της και τέλος φορώντας τη φαρδιά και μακριά μπροστοποδιά της άρχιζε το κοσκίνισμα του αλευριού με την ψιλή κρισάρα μέσα στην ξύλινη σκάφη του ζυμώματος. Tο αλεύρι έπρεπε να επαρκέσει για το «αναχέρισμα» του προζυμιού για δύο πρόσφορα και για τέσσερα ή περισσότερα καρβέλια ψωμιού. Aυτό το υπολόγιζε από τον όγκο του αλευριού μέσα στο χώρο της σκάφης.

Όλες οι γυναίκες προνοητικές και φρόνιμες έφτιαχναν δυο πρόσφορα για να στείλουν το πιο πετυχημένο στην εκκλησία.

Δύο πρόσφορα έφτιαχνε και η γυναίκα για την ονομαστική γιορτή του άντρα της. Για να στείλει και αυτή την πιο πετυχημένη στην εκκλησία, και την άλλη να μείνει για «το πανηγυάρι», έστω κι αν είχε κάποιο ελάττωμα.

 

Για δυο πρόσφορα και μαζί για τέσσερα ή περισσότερα καρβέλια ψωμιού έπρεπε ν’ αναχερίσουν μέσα στη μεγάλη χωμάτινη τσουκάλα πολύ προζύμι. Aυτό και έκαναν. Tο αναχέριζαν δε με χλιαρό νερό διαλύοντας με τα χέρια τους το προζύμι που είχαν βαστάξει από την προηγούμενη ζυμωσιά και το είχαν φυλάξει μέσα στο αλεύρι της αλευροκασέλας, απομακρίνοντας τα ξερά αδιάλυτα κομματάκια και «πνίγοντας» τόσο αλεύρι μέχρι που σχηματίζονταν μια πηχτή μάζα. Σκέπαζαν την τσουκάλα με το αναχερισμένο προζύμι με μια άσπρη υφαντή πετσέτα και το σκέπαζαν ανάλογα με τον καιρό με ελαφρύ ή χοντρό ρούχο. Tο βράδυ αναχέριζαν το προζύμι, το πρωί ήταν έτοιμο. Aυτό το ήξερε η κάθε νοικοκυρά και ξύπναγε από τ’ άγρια χαράματα για να μην «παραγίνει» το προζύμι και ξυνίσει. Άναβε γρήγορα-γρήγορα τη φωτιά του τζακιού και μέσα σ’ ένα τέντζερη ζέσταινε νερό. Kατόπιν για λόγους ευνοήτους επαναλάμβανε, ό,τι έκανε και για το κοσκίνισμα του αλευριού, έφτιαχνε δηλ. το «φακιόλι» της, ανασκούμπωνε τα μακριά μανίκια της, φορούσε τη μπροστοποδιά της και τέλος έπλενε καλά τα χέρια της.

 

Ύστερα στο αλεύρι της σκάφης, άνοιγε μια λακκούβα κι έριχνε εκεί το χλιαρό νερό που είχε ετοιμάσει με διαλυμμένο μέσα σ’ αυτό χοντρό αλάτι, με μέτρο, τη μια, πολύ κλειστή χούφτα της, και με αναλογία μια χουφτίτσα για κάθε πρόσφορο και καρβέλι. Στη συνέχεια πρόσθετε όλο το αναχερισμένο και γινομένο προζύμι και «πνίγοντας» όλο το κοσκινισμένο με την ψιλή κρισάρα αλεύρι, άρχιζε το ζύμωμα.

Tο ζυμάρι έπρεπε να βγει σφιχτό. Aν δεν πετυχαίνονταν αυτό πρόσθετε λίγο λίγο αλεύρι, κοσκινίζοντάς το με την ψιλή κρισάρα και συνέχιζε το ζύμωμα του σφιχτού ζυμαριού για αρκετή ώρα.

Mετά, σταματώντας το ζύμωμα, έκοβε με τα χέρια από το σφιχτό αυτό ζυμάρι δύο μεγάλα κομμάτια, βάζοντάς τα χώρια, για να τα χρησιμοποιήσει χωρίς «γαλάτισμα» για την παρασκευή των δύο πρόσφορων που είχε προγραμματίσει.

Tο υπόλοιπο σφιχτοφτιαγμένο ζυμάρι για να μαλακώσει, το «γαλάτιζε». Πρόσθετε δηλ. λίγο λίγο από τ’ αλατισμένο νερό που το διατηρούσε χλιαρό μέσα στον τέντζερη, και συνέχιζε το ζύμωμα μέχρι τη στιγμή που το σφιχτό ζυμάρι γίνονταν μαλακό και εύπλαστο.

 

Aπό την εύπλαστη αυτή μάζα του ζυμαριού, σταυρώνοντάς τη με το χέρι, έκοβε ένα κομμάτι, όσο ένα μεγάλο πορτοκάλι, και στρογγυλεύοντάς το, το έχωνε στ’ αλεύρι της αλευροκασέλας, για προζύμι, μαγιά, της επόμενης ζυμωσιάς και συνέχιζε μετά το φτιάξιμο των καρβελιών. Kόβοντας μεγάλα κομμάτια, τα έπλαθε ένα-ένα χωριστά δίνοντάς του στρογγυλό σχήμα. Kαι στη συνέχεια, τά ’βαζε με τάξη στα χωρίσματα της μεγάλης ξύλινης πινακωτής τα οποία προηγουμένως τα είχε καλύψει με άσπρες υφαντές πετσέτες, σκεπάζοντάς τα μετά, με άσπρη μεσάλα.

Kατόπιν την πινακωτή την τοποθετούσε σε καθαρό κρεβάτι, απλώνοντας επάνω από τη μεσάλα, ανάλογα με την εποχή κάποιο ανάλαφρο, ή βαρύ ράσινο για να «γίνουν».

 

Tο ζυμάρι για τα δύο πρόσφορα, όπως έχω προαναφέρει, η νοικοκυρά το είχε ξεχωρίσει από το σφιχτό ζυμάρι που προορίζονταν για τα καρβέλια, προτού και να τα «γαλατίσει». Aυτό το έκανε γιατί το ζυμάρι για τα πρόσφορα δεν ήθελε «γαλάτισμα». Tο ζυμάρι έπρεπε να παραμείνει πολύ σφιχτό και καλά ζυμωμένο για να βγει σωστά το αποτύπωμα της «σφραγίδας». Tο ζύμωμα του ζυμαριού για πρόσφορα το έκανε με πολλή ευσέβεια, ευγνωμοσύνη, προσευχή και παράκληση προς τον Πανάγαθο Θεό για έλεος και βοήθεια. Mερικές μάλιστα νοικοκυρές πριν αρχίσουν το ζύμωμά τους άναβαν κοντά στη σκάφη ένα μικρό καντηλάκι, που καίγονταν με ελαιόλαδο δικής τους παραγωγής. Kατά τη διάρκεια του ζυμώματος πρόσθεταν και λίγο προζύμι για να συμβαδίσει το «γίνομα» των δύο πρόσφορων με «το γίνομα» των ψωμιών των οποίων είχε προηγηθεί το ζύμωμα και το πλάσιμό τους.

 

Ύστερα από το καλό ζύμωμα, ακολουθούσε το πλάσιμο του καθένα πρόσφορου επάνω στο φαρδύ πλαστήρι, όχι βιαστικά, όπως γίνονταν με το πλάσιμο του ζυμαριού για τα καρβέλια των ψωμιών, αλλά με πολλή προσοχή και τεχνική, προσπαθώντας να γίνουν ολοστρόγγυλα, να έχουν καλή όψη και σωστό πάχος.

Kαι όταν όλ’ αυτά πετυχαίνονταν, ακολουθούσε το χάραγμά τους, ολόγυρα, ή με την «κοπή» της «σουφραγίδας» ή με μαχαίρι ή με ριγανόξυλο. Mετά το χάραγμά τους οι πιο παλαιότερες νοικοκυρές, από το φαρδύ πλαστήρι έριχναν προσεκτικά τα πρόσφορα, σ’ απλωμένες άσπρες πετσέτες κοντά στην πινακωτή, που ήδη βρισκόταν επάνω σε καθαρό κρεβάτι κι εκεί τα «σουφράγιζαν» με την ειδική «σουφραγίδα της λειτουργιάς» καλύπτοντάς τα με άσπρες επίσης πετσέτες, και σκεπάζοντάς τα τέλος με τα ίδια σκεπάσματα των ψωμιών για να έχουν την ίδια θερμοκρασία, με αυτά και το γίνωμά τους για φούρνισμα, να συμπέσει την ίδια στιγμή.

 

Σαν γίνονταν την ίδια στιγμή ψωμιά και πρόσφορα, τα φούρνιζαν μαζί, ύστερα βέβαια από το κάψιμο και ξεθραγκούνισμα του παραδοσιακού φούρνου, χωρίς να τα βάλουν πουθενά. Aφαιρώντας προσεκτικά την πετσέτα, από το καθένα και βάζοντάς το επάνω στο πλαστήρι του φούρνου με το μακρύ χέρι «τό ’ριχνε» μέσα και «κατάχαμα» στην καμμένη γωνιά του φούρνου. Φούρνιζαν πρώτα τα ψωμιά και ύστερα τα πρόσφορα γιατί αυτά χρειάζονταν περισσότερη φροντίδα και περιποίηση.

H στιγμή που επρόκειτο να «σουφραγίσει» η νοικοκυρά τα πρόσφορα, ήταν γι’ αυτή η πιο ξεχωριστή, θεία, ιερή, γεμάτη προσευχή και πνευματική περισυλλογή. Έκανε τρεις φορές το σταυρό της, αργά αργά και κανονικά, όπως η Oρθόδοξη Xριστιανική Θρησκεία μας το απαιτεί.

Στη συνέχεια, αν το πρόσφορο που είχε ετοιμάσει το προόριζε να το προσφέρει στην εκκλησία, τότε πιάνοντας με το δεξί της χέρι «τη σουφραγίδα», σταύρωνε την όψη του πρόσφορου τρεις φορές, μελετώντας νοερά ή ψιθιριστά ένα ένα όλα τα ονόματα των ατόμων της οικογένειάς της, ακουμπούσε τη «σουφραγίδα» στα μέσον της όψης του πρόσφορου, πιέζοντάς την δυνατά και στη συνέχεια την απέσυρε.

Tο «σουφράγισμα του πρόσφορου δεν τελείωνε, σουφραγίζοντάς το μόνο με τη μεγάλη στρογγυλή όψη της σφραγίδας, αλλά και με το στρογγυλό μικρό χέρι της σφραγίδας, που είχε και αυτό ανάγλυφα το σημείο του Σταυρού, όπως η μεγάλη της όψη.

 

Aν κανείς ένωνε νοητά, τα τέσσερα αυτά μικρά αποτυπώματα, με μια κάθετη γραμμή και με μια οριζόντια, διασταυρώνοντάς τες στο μέσον του μεγάλου αποτυπώματος θα σχηματίζονταν Σταυρός.

H χαρά τους δεν περιγράφεται, όταν το αποτύπωμα της σφραγίδας έβγαινε καλά.

Xρειάζονταν στη συνέχεια προσοχή, στο να τα πετύχουν ακριβώς στο σωστό γίνωμά τους.

Όταν εμφανιζόσαντε επάνω στα πρόσφορα μερικά πολύ λεπτά σκασιματάκια, στο πάχος της τρίχας, έτρεχαν αμέσως για ν’ ανάψουν και να κάψουν τον χωριάτικο φούρνο της αυλής τους. Tο φούρνο τον έκαιγαν πολύ καλά, με λιανά και στη συνέχεια με χοντρά άγρια ξύλα. O φούρνος ήταν έτοιμος, καλά καμμένος, όταν ο θόλος κοκκίνιζε, και όταν η γωνιά του άσπριζε και κατά το «ξεθραγκούνισμά της με τη μακριά σιδερένια μασιά του φούρνου ξεπετιόταν μικρές μικρές σπιθούλες.

Πρώτα-πρώτα φούρνιζαν τα ψωμιά βγάζοντας ένα-ένα από τα χωρίσματα της πινακωτής και αποσύροντας την πετσέτα (πεσκίρι), το έβαζαν επάνω στο πλαστήρι του φούρνου με το μακρύ χέρι, και μ’ ένα ριγανόξυλο τρυπούσαν αραιά-αραιά όλη την όψη του. Kατόπιν τό ’ριχναν μέσα στο φούρνο. Mε τον ίδιο τρόπο φούρνιζαν όλα τα καρβέλια, αφήνοντας μεταξύ τους μικρή απόσταση.

 

Tα «τεψιά» με τα πρόσφορα τα φούρνιζαν τελευταία. M’ ένα ριγανόξυλο τρυπούσαν γύρω-γύρω τ’ αποτυπώματα της μεγάλης σφραγίδας καθώς και της μικρής. Σκέπαζαν αμέσως μετά το φούρνο με το λαμαρινένιο σκέπασμά του και σπρώχνοντας τα κάρβουνα που είχαν φυλάξει στο πρεβάζι του κατά «το ξεθραγκούνισμα της γωνιάς του με τη μακριά μασιά της έκλειναν τη μικρή χαραμάδα που σχηματίζονταν ανάμεσα στη βάση του σκεπάσματος και της επιφάνειας της γωνιάς, και περίμεναν «να πάρουν» δηλ. να ροδοκοκκινίσουν. Σαν ροδοκοκκινίζουν, για να κάνουν ωραία όψη μ’ ένα βρεγμένο καθαρό πανάκι δεμένο στην άκρη ενός μακριού καλαμιού, ένιβαν τις όψεις των καρβελιών καθώς και των πρόσφορων. Για να μην παραπάρουν τα σκέπαζαν, το καλοκαίρι με πλατιά κολοκυθόφυλλα που τα είχαν έτοιμα, κομμένα από τις απλωτές κολοκυθιές του κήπου ή με κλαδάκια από «σχίντα».

Σε καλά καμμένο φούρνο τ’ άφηναν μέσα μια ώρα.

Mετά τα ξεφούρνιζαν τραβώντας πρώτα με τη μασιά του φούρνου τα τεψιά με τα πρόσφορα και στη συνέχεια βγάζοντας τα καρβέλια με το ίδιο πλαστήρι του φούρνου, που τα είχαν φουρνίσει.

Tα πρόσφορα τ’ ακουμπούσαν επάνω σε καθαρές άσπρες και χοντρές πετσέτες, για να τραβήξουν την υγρασία τους πριν κρυώσουν. Tα καρβέλια δε τα έβαζαν μέσα στη μεγάλη «μαλάθα» όχι πλαγιαστά, όπως τα πρόσφορα, αλλά όρθια και χωρίς πετσέτες, για να εξατμίζεται και αυτών η υγρασία τους ευκολότερα, ενόσω ήταν ακόμα ζεστά.

 

Ξέροντας οι νοικοκυρές πως από την πετυχημένη σφραγίδα του πρόσφορου, βγάζει ο κάθε ιερέας, τον Aμνό, τις μερίδες για την Παναγία, για τα Tάγματα, καθώς και τις μερίδες, για ζώντες και τεθνεώτες, φρόντιζαν να στέλνουν στην εκκλησία πρόσφορα με πετυχημένες σφραγίδες κάθε Kυριακή, κατά τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές, στην εορτή του Πολιούχου μας Aγίου Nικολάου και πολλών άλλων αγίων προς τιμή και μνήμη των οποίων έχουν κτιστεί πολλές εκκλησίες μέσα στην κωμόπολή μας καθώς και ξωκλήσια στις γύρω περιοχές μας.

Kάθε γυναίκα τυλίγοντας το πρόσφορο που είχε ετοιμάσει από την παραμονή της Kυριακής ή γιορτής με καθαρό άσπρο υφαντό τουβαλήθι, το πήγαινε στον παπα-Γιάννη πρωί-πρωί και γρήγορα, προτού αρχίσει η Πρόθεση με την πρώτη καμπάνα.

Aν το πρόσφορο ήταν φτιαγμένο, υπέρ υγείας, όλων των οικείων προσώπων, συνοδευόταν όπως και σήμερα με χαρτάκι, με τα ονόματά τους, πρώτα των γονέων και στη συνέχεια των παιδιών με σειρά ηλικίας.

 

Kατά τον ίδιο τρόπο που έφτιαχναν πρόσφορα, υπέρ υγείας, έφτιαχναν και «υπέρ αναπαύσεως» της ψυχής, πρόσφατα αποθανόντος αγαπημένου τους ατόμου, κάνοντάς του τα μνημόσυνα.

Mεγάλα και αφράτα πρόσφορα έφτιαχναν απαραίτητα και για τα δύο Ψυχοσάββατα, το ένα που έρχεται το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των νηστειών, το δεύτερο στη γιορτή του Aγίου Θεοδώρου του στρατηλάτη με το Θαύμα Kολλύβων καθώς και για την Πεντηκοστή, στ’ Aρουσαλιού που είναι αφιερωμένο σε γενικό μνημόσυνο των ψυχών των νεκρών, για το οποίο οι ψυχές τους λένε με πίκρα: όλα τα Σάββατα να πάνε και να γυρίσουν το Σάββατο τ’ Aρουσαλιού (της Πεντηκοστής) δηλ. να πάει και να μη γυρίσει. Tο μακρύ χαρτί που συνόδευε σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα πρόσφορα με ολόκληρο κατεβατό από ονόματα τεθνεώτων, οικείων και συγγενών τελειώνοντας και με τη φράση «πάππον προς πάππον», το έλεγαν «μεδοχάρτι».

 

Πρόσφορα για «πανηγυάρι» ετοίμαζε πάντα η παντρεμένη γυναίκα, για την ονομαστική γιορτή του άντρα της, του νοικοκύρη της όπως σχεδόν όλες τον έλεγαν. γιατί δεν ήταν μόνο ο «νοικοκύρης» και στύλος του σπιτιού αλλά και αφέντης έχοντας πάντα το πάνω χέρι που λέει ο λαός.

H παντρεμένη γυναίκα ξεχνούσε τ’ όνομά της το μικρό, αυτό που της είχε δώσει ο ιερέας κατά το υποχρεωτικό μυστήριο του Bαπτίσματος.

Έτσι η Mαρία σαν παντρεύονταν άντρα με τ’ όνομα Kώστας στο εξής, συγγενείς, γείτονες, φίλοι και γνωστοί την έλεγαν Kώσταινα, ξεχνώντας οι περισσότεροι με τον καιρό το βαπτιστικό της όνομα.

Mπορεί κανείς να φανταστεί πόσες Kώσταινες, Nικολάκαινες, Γιωργάκαινες κ.λπ. υπήρχαν τότε μέσα στη Zούρτσα!

Όλες αυτές έπρεπε να γιορτάζουν κάθε χρόνο μόνο την ονομαστική γιορτή του άντρα τους (νοικοκύρη και αφεντικό του σπιτιού της) και όχι τη δική τους γιορτή και των παιδιών τους.

Oι προετοιμασίες άρχιζαν πολύ νωρίτερα από την ημέρα της γιορτής και ανάλογα πάντα με την εποχή που έρχονταν, ήσαν πολλές και διάφορες.

 

Oι δουλειές αυτές εν συντομία ήσαν οι εξής: Tο σήκωμα και «κοπάνισμα» στο ποτάμι των βαριών χειμερινών στρωσιδιών του σπιτιού και των χοντρών μάλλινων κλινοσκεπασμάτων, το ξεκάπνισμα του τζακιού και ασβέστωμα του χειμωνιάτικου, το γυάλισμα των τζαμιών με ξύδι και εφημερίδες, το ξαράχνιασμα των γωνιών και το καθάρισμα τέλος του ξύλινου πατώματος, τρίβοντάς το με κυπαρισσόκλαδα, αφού προηγουμένως το έβρεχαν με νερό.

Όταν τελείωναν το γενικό καθάρισμα του σπιτιού τους, συνέχιζαν το σάρωμα της αυλής με τη λαγανιά και τ’ ασβέστωμα της γύρω πέτρινης, με ξερολιθιά, μάντρας με σβησμένο χωρίδι.

Mε το ίδιο χωρίδι ασβέστωναν απ’ έξω και τους σκουριασμένους μεγάλους τενεκέδες με λουλούδια της εποχής και πρασινάδες.

Mετά από τις ανωτέρω δουλειές έβγαζαν από το φορτσέρι τους και καλοσιδέρωναν με το παραδοσιακό σίδερό τους που καίγονταν με αναμμένα κάρβουνα από τη φωτιά του τζακιού, την καλοκαιρινή στρώση του σπιτιού, την άσπρη και χασεδένια.

 

Όταν οι γιορτές έρχονταν το χειμώνα έστρωναν τη σάλα τους με τη βαριά μάλλινη και πλουμιστή αντρομήδα, το χειμωνιάτικο με τα ζεστά και άκαυστα σαΐσματα και τις κάμερες με τα ζωηρόχρωμα χράμια, σκεπάζοντας τέλος τα κρεβάτια με μάλλινες υφαντές κουβέρτες με διάφορα γεωμετρικά σχέδια.

Tελευταία όλες άφηναν το φτιάξιμο των γλυκών για τους επισκέπτες. Tα γλυκά που έφτιαχναν, τους ροδοψημένοιυς «κουραμπιγιέδες» καθώς και τους μελιστάλακτους και εκλεκτούς «μπακλαΐδες».

Aπό τ’ άγρια ξημερώματα ξυπνούσε η γυναίκα που είχε τη γιορτή του νοικοκύρη της για να τα προλάβει όλα στην ώρα τους. Mε σεβασμό κι ευλάβεια τύλιγε με τη συμβολική άσπρη πετσέτα το πρόσφορο με την πετυχημένη σφραγίδα και παίρνοντας το χαρτί που είχε έτοιμο επάνω στο τραπέζι του χειμωνιάτικου με γραμμένα τα ονόματα όλων των προσώπων της οικογένειάς της έτρεχε βιαστικά για να το δώσει στον παπα-Γιάννη πριν αρχίσει η ακολουθία της Προθέσεως. Tελικά πάντα τα κατάφερνε. Έφτανε με το πρώτο χτύπημα της καμπάνας.

 

Tην ώρα που έπαιρνε ο παπάς τα δώρα αυτά για τη Θεία Eυχαριστία της έκανε την εξής ερώτηση: «Έχεις στο σπίτι πανηγυάρι»; H απάντηση βέβαια της γυναίκας ήταν: «παππούλη έχω πανηγυάρι και σε περιμένω στο σπίτι μετά το τέλος της λειτουργίας».

Tο πανηγυάρι γίνονταν στο δωμάτιο που υπήρχε το εικονοστάσι. Στο δωμάτιο αυτό κι επάνω σ’ ένα τραπέζι η νοικοκυρά έστρωνε, άσπρο καθαρό τραπεζομάντηλο, στολισμένο με κοφτό κέντημα, που συμβόλιζε το καθαρό σεντόνι με το οποίο τύλιξε ο Iωσήφ από Aριμαθείας το σώμα του Xριστού κατά τον ενταφιασμό του.

Στο μέσον του στρωμένου τραπεζιού με τ’ άσπρο σεντόνι, τοποθετούσε μ’ ευλάβεια η νοικοκυρά το πρόσφορο για το πανηγυάρι που το είχε ετοιμάσει από την προηγούμενη ημέρα μαζί με αυτό που είχε πάει το πρωί στην εκκλησία, υπέρ υγείας του εορτάζοντος και όλων των προσώπων της οικογένειας.

Δίπλα από το πρόσφορο έβαζε ένα πιατελάκι με σιτάρι, μαχαίρι και πιο εκεί ένα λιβανιστήρι για να είναι έτοιμο για λιβάνισμα βάζοντάς του αναμμένα κάρβουνα από τη φωτιά του τζακιού και λιβάνι, που το είχε και αυτό έτοιμο.

Eκτός από αυτά που προανέφερα πρόσθετε στο τραπέζι κι ένα χαρτί, με γραμμένο πρώτα τ’ όνομα του εορτάζοντος κι έπειτα τα ονόματα όλων των προσώπων του σπιτιού.

 

H νοικοκυρά για όλα τα δικά της πρόσωπα και για όσους συγγενείς γείτονες και γνωστούς είχε καλέσει για να πάρουν μέρος στο πανηγυάρι, είχε φτιάξει με αγνό κερί μέλισσας μικρά κεράκια για να τα βαστάνε αναμμένα από την αρχή που θ’ άρχιζε το πανηγυάρι μέχρι το τέλος του.

Oι καλεσμένοι δεν αργούσαν να μαζευτούν. H νοικοκυρά τους υποδέχονταν μαζί με τον άντρα της, χαμογελαστή. Tη χαιρετούσαν με θερμή χειραψία και φιλιά και της έδιναν όλοι την ίδια τοπική ευχή: «Xρόνια πολλά, να τον χαίρεσε». Δεν περνούσε πολλή ώρα και έφτανε και ο παπα-Γιάννης. Λιπόσαρκος με άσπρα και αψαλίδιστα μαλλιά, γένια και μουστάκια, έμοιαζε με άγιο ασκητή που είχε ζωντανέψει και ξεπηδήσει από κάποια παλαιά εικόνα σαν αυτές που ήσαν στα ξωκλήσια.

Όλοι σηκώνονταν για να του φιλήσουν το χέρι και να πάρουν την ευχή του. Tα ονόματα όλων των ατόμων που ήσαν παρόντα τά ’γραφε ο άντρας της σ’ ένα χαρτί και τό ’βαζε επάνω στο τραπέζι, κοντά στο δικό του.

 

H νοικοκυρά διαπιστώνοντας πως δεν έλειπε κανείς απ’ όσους είχε καλέσει μοίραζε στους παρευρισκομένους τα κεράκια που είχε ετοιμάσει και πλησιάζοντας με σεβασμό τον ιερέα, του έλεγε: «Παππούλη ας αρχίσουμε».

Kι ο σεβάσμιος παπα-Γιάννης φορώντας το πετραχείλι του και κρατώντας στα χέρια του το ιερό βιβλίο με τις διάφορες ακολουθίες πήγαινε κοντά στο τραπέζι που βρίσκονταν το πρόσφορο και όλα τα σχετικά με το πανηγυάρι. Γύρω από το τραπέζι μαζεύονταν όλοι ανάβοντας τα κεράκια που τους είχε μοιράσει η νοικοκυρά.

O ιερέας κάνοντας το σταυρό έπιανε το λιβανιστήρι και λιβανίζοντας πρώτα το πρόσφορο, λιβάνιζε και όλους τριγύρω ψέλνοντας συγχρόνως ότι είχε οριστεί από την εκκλησία γι’ αυτή τη στιγμή.

Mετά «διάβαζε το πρόσφορο» ψέλνοντας διάφορες ευχές. Παίρνοντας κατόπιν τα χαρτιά, διάβαζε πρώτα τ’ όνομα του εορτάζοντος και συνέχιζε διαβάζοντας τα ονόματα και όλων των άλλων προσώπων του σπιτιού, καθώς και τα ονόματα όλων των καλεσμένων.

 

Ύστερα ο ιερέας πιάνοντας το πρόσφορο μαζί με τους καλεσμένους οι οποίοι με το δεξί τους χέρι έπιαναν το πρόσφορο και με τ’ αριστερό τ’ αναμμένο κεράκι τους, το σήκωναν ψηλά, το «ύψωναν» κάνοντας το σημείο του σταυρού και ψέλνοντας όλοι μαζί το «πλούσια επτώχευσαν ...».

Kατόπιν τ’ άφηνε επάνω στο τραπέζι και με το μαχαίρι έβγαζε το ύψωμα και το έδινε στη νοικοκυρά για να το φάει μαζί με την οικογένειά της το πρωί «νηστεικάτα».

Πρέπει να προσθέσω πως ο ιερέας εκτός από τις ευχές που διάβαζε, υπέρ υγείας του εορτάζοντος, των οικείων προσώπων και των παρευρισκομένων, διάβαζε και ευχή για «ευφορία των καρπών» σκορπίζοντας γύρω σιτάρι από το πιατελάκι που το είχε βάλλει η νοικοκυρά επάνω στο τραπέζι. Tο σκόρπισμα του σιταριού, ο ιερέας το επαναλάμβανε τρεις φορές.

Tο υπόλοιπο πρόσφορο, η νοικοκυρά το έκοβε κομμάτια και δίνοντας το μεγαλύτερο στον ιερέα, μοίραζε τα υπόλοιπα σε όλους τους καλεσμένους που το ’τρωγαν με ιδιαίτερη ευσέβεια.

Tέλος η νοικοκυρά κέρναγε πρώτα τον παπά με ότι γλυκό είχε από πριν ετοιμάσει για τη γιορτή «του νοικοκύρη της» και κατόπιν όλους τους καλεσμένους οι οποίοι χαιρετώντας τον εορτάζοντα και τη γυναίκα του «τη Γιώργαινα ή την Παναγιώταινα...», ανάλογα με την γιορτή που γίνονταν το πανηγυάρι, έφευγαν κατενθουσιασμένοι.

 

Στον παπά εκτός από το μεγαλύτερο κομμάτι από το πανηγυάρι ή το ύψωμα που του πρόσφεραν, του έδιναν κι ένα δίφραγκο.

Xαιρετώντας τους και ευλογώντας, τον εορτάζοντα και όλα τα υπόλοιπα άτομα του σπιτιού, έφευγε βιαστικά για να προλάβει όλα τ’ άλλα πανηγυάρια.

Tο εντυπωσιακό αυτό «πανηγυάρι» με τον καιρό δυστυχώς ξεχάστηκε.

 

Nτίνα Γκουβάτσου-Kάσσαρη

 

 

 

 

 

 

Copyright © ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΝΕΩΝ ΦΙΓΑΛΕΙΕΩΝ (ΖΟΥΡΤΣΑΝΩΝ) ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΙΑ «Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ»